Φταίω. Συγνώμη. Ευχαριστώ.
Ο νεοέλληνας αποφεύγει σαν τον δαίμονα το λιβάνι να παραδεχτεί τα λάθη του (Φταίω).
Να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του (Συγνώμη).
Και να αναγνωρίσει την προσφορά του άλλου προς το πρόσωπό του (Ευχαριστώ).
Γι’ αυτό και αυτές τις τρεις λεξούλες δεν τις λέει τόσο συχνά πια.
Σε όλα αυτά τα χρόνια της διαδρομής μου, έχω ακούσει πολύ λίγους έως ελάχιστους να λένε φταίω.
Για τον νεοέλληνα φταίνε όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο.
Φταίει το κράτος.
Φταίνε οι ξένοι.
Φταίει το σύστημα.
Φταίνε οι δρόμοι.
Φταίνε οι κακοί πολιτικοί.
Φταίει ο δύστροπος γείτονας.
Φταίει η κακή μας μοίρα που μας καταδιώκει αιώνες τώρα.
Όλοι φταίνε εκτός από τον ίδιο που δηλώνει αθώα περιστερά.
Μάθαμε να υπερασπιζόμαστε τα λάθη μας αντί να τα διορθώνουμε με μεταμέλεια.
Προτιμάμε να επικαλούμαστε ανόητες δικαιολογίες, παρά να ομολογούμε «εγώ φταίω», «είναι δικό μου λάθος» που δείχνει παλικαριά.
Γιατί δεν μάθαμε να ξεχωρίζουμε το πείσμα από την αξιοπρέπεια και την γενναιότητα από την άρνηση.
Πιστεύουμε πως αν παραδεχτούμε το λάθος μας θα «μικρύνουμε», ενώ στην πραγματικότητα «μεγαλώνουμε».
Δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι το λάθος δεν μας μειώνει. Όλοι κάνουμε λάθη.
Η εμμονή στο λάθος μας εκθέτει.
Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι κάνουμε λάθη. Άνθρωποι είμαστε. Το επικίνδυνο είναι ότι ψάχνουμε πάντα κάποιον άλλον να του τα φορτώσουμε.
Έτσι το λάθος από προσωπικό γίνεται συλλογικό και κάποια στιγμή χάνεται το μέτρο.
Τελικά εκείνο που μας λείπει περισσότερο είναι η δύναμη να φωνάξουμε:
«Έκανα λάθος. Το κατάλαβα. Και θα κάνω ό,τι μπορώ να το διορθώσω».
Ούτε το «Ευχαριστώ» έχουμε μάθει να το λέμε.
Το «Ευχαριστώ» πέρα από την ευγένεια, σημαίνει ότι αναγνωρίζεις ότι κάποιος έκανε κάτι για σένα.
Μικρό ή μεγάλο δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει ότι σου πρόσφερε κάτι γιατί το ήθελε και όχι γιατί τον ανάγκασε κάποιος.
Εμείς όμως δεν το βλέπουμε έτσι.
Θεωρούμε ότι η προσφορά ήταν χρέος.
Ότι ο άλλος μας επιστρέφει κάτι λες και μας το χρωστούσε, για αυτό θεωρούμε περιττό να πούμε «Ευχαριστώ», αγνοώντας ότι είναι μια πράξη ευγνωμοσύνης και ίσως γι’ αυτό να λέγεται τόσο σπάνια.
Γιατί το «ευχαριστώ» προϋποθέτει ταπεινότητα που δεν χωρά εύκολα σε ανθρώπους που έμαθαν να απαιτούν, πριν μάθουν να αναγνωρίζουν.
Όσο για την «Συγνώμη» αυτή την λέμε ακόμα πιο σπάνια.
Βλέπεις η «Συγνώμη» δείχνει μία ευαισθησία που έρχεται σε σύγκρουση με τον εγωισμό μας.
Την «Συγνώμη» την ερμηνεύουμε σαν προσωπική μας ήττα και όχι σαν πράξη αποκατάστασης και ισορροπίας, σαν μία γέφυρα που πρέπει να ρίξουμε πάνω στο χάσμα που δημιουργήσαμε.
Και αν καμιά φορά την λέμε γίνεται
για να ξεμπερδέψουμε χωρίς να την νιώθουμε.
Την λέμε για να κρατήσουμε τα προσχήματα.
Δεν κοιτάζουμε τον άλλον στα μάτια να του πούμε: «Κατάλαβα ότι σε αδίκησα και αναλαμβάνω την ευθύνη μου για αυτό».
Αυτό σημαίνει «Συγνώμη» και όχι «αν παρεξηγήθηκες», «αν σε στεναχώρησα» σου ζητώ συγγνώμη.
Λέμε απλά: «Έφταιξα».
Και αν το «Ευχαριστώ» αναγνωρίζει του άλλου το καλό,
η «Συγγνώμη» αναγνωρίζει το δικό μας λάθος.
Και δεν μας ακυρώνει επειδή σφάλαμε, μας εξυψώνει επειδή αναγνωρίσαμε το σφάλμα μας.
Τελικά υπεύθυνος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δεν κάνει λάθη.
Είναι εκείνος που θα σε κοιτάξει κατάματα και θα σου πει:
«Ευχαριστώ» για το καλό που μου έκανες.
«Συγγνώμη» για το κακό που σου έκανα.
«Φταίω» για τα λάθη μου και θα τα διορθώσω.
Και ανάμεσα στις τρεις αυτές λέξεις ίσως να βρίσκεται όλη η ουσία των ανθρώπινων σχέσεων:
Να αναγνωρίζεις.
Να εκτιμάς.
Να διορθώνεις.
Ίσως τελικά για να φτιάξουμε μια καλύτερη κοινωνία να απαιτείται κάτι πιο μικρό, από αυτό που φανταζόμαστε.
Ίσως να μην χρειάζονται μεγάλες επαναστάσεις, ούτε καινούριες ιδεολογίες.
Ίσως αυτές οι τρεις μικρές λέξεις να είναι αρκετές.
Να μπορούμε να λέμε «Φταίω» χωρίς να νιώθουμε ότι τσαλακώνεται ο εγωισμός μας.
Να μπορούμε να πούμε «Συγνώμη» χωρίς να φοβόμαστε ότι μειώνεται η αξιοπρέπειά μας.
Να μπορούμε να φωνάξουμε «Ευχαριστώ» χωρίς να θεωρούμε ότι κάνουμε χάρη.
Αν αυτές τις τρεις λέξεις μπορούσαμε να τις βάλουμε στην καθημερινότητά μας, δεν θα άλλαζε μόνο ο τρόπος που μιλάμε αλλά θα άλλαζε ο τρόπος που συνυπάρχουμε.
Και αν δεν αλλάζαμε τον κόσμο, θα αλλάζαμε τον εαυτό μας.
Και τότε χωρίς εντάσεις, με σεβασμό στην παρουσία του άλλου, θα ζούσαμε σε μια καλύτερη κοινωνία.
Όχι τέλεια.
Αλλά πιο ανθρώπινη.