Ωστόσο, η Λιλίκα, είχε τα δικά της όνειρα. Ήθελε να παντρευτεί, να γίνει κυρία, σαν κι εκείνες που τους διέλυε τα σπίτια. Γιατί, βέβαια, φλογερή και ποθητή η κοπελιά, αλλά κανείς απ’ όσους τσιλημπούρδιζαν μαζί της δεν σκόπευε να παρατήσεις γυναίκα και παιδιά και να της βάλει το στεφάνι. Κανείς, εκτός απ’ τον Θανάση. Πολύ καψούρης ο Θανάσης.
«Θέλω να γίνεις γυναίκα μου» της είπε «κι ούτε με νοιάζει με πόσους έχεις πάει, αρκεί να μου σταθείς καλά εμένα».
«Καλά και τρίκαλα θα σου σταθώ, Θανάση μου, μα θέλω κι εγώ να νιώθω μια ασφάλεια, όχι για μένα, για τα παιδιά που θα κάνουμε. Πώς ξέρω πως δεν θα ξεμυαλιστείς εσύ;»
Και απαίτησε να της γράψει το πατρογονικό του σπίτι. Τρία δωμάτια με λουτροκαμπινέ, πλυσταριό στην ταράτσα και περιποιημένο κήπο. Εντάξει, αν ήταν να νιώθει ασφαλής… άλλωστε η Λιλίκα δεν ήταν πια εκείνη που ήτανε παλιά… άλλαξε, το έβλεπε, του το έλεγε και η ίδια και επέμενε σ’ αυτό.
Έτσι, και το μοναδικό του σπίτι της έγραψε και στεφάνι της έβαλε με παπά και με κουμπάρο. Κουμπάρος, το αφεντικό του στο εργοστάσιο που εργαζόταν, ένας σοβαρός, ηλικιωμένος άντρας.
Η συνέχεια της ιστορίας κλισέ. Η Λιλίκα έμπλεξε με τον κουμπάρο, πέταξε τον Θανάση απ’ το σπίτι μην της λερώνει και το χαλί με τα πήγαινε έλα του και συνέχισε τη φάμπρικα που ήξερε να κάνει. Ο Θανάσης, εκτός απ’ τη γυναίκα και το σπίτι του, έχασε και τη δουλειά του. Ε, για το αφεντικό, δεν ήταν πρέπον να μοιράζεται την γκόμενα με τον εργάτη του…
Από τότε, θυμάμαι τον Θανάση, λιγάκι σαλεμένο, να τριγυρνά στη γειτονιά, να σταματάει τους γείτονες και σε έξαλλη κατάσταση να φωνάζει «γαμιέται η Λιλίκα, μ’ όποιον βρει γαμιέται». Έτσι, για να την εκθέσει. Οι γείτονες προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν λέγοντάς του «μα δεν ήξερες, αφού ήξερες, βρε φουκαρά. Σήμερα την γνώρισες τη Λιλίκα; Χρόνια τώρα… τι σε έκανε να πιστεύεις ότι θα άλλαζε;»
«Ναι, μα άλλα μου υποσχέθηκε εμένα… Και να το ξέρετε, γαμιέται η Λιλίκα…»
Και βέβαια το ήξεραν. Γι αυτό πηδούσανε και έστριβαν. Αλλά ο Θανασάκης, πίστεψε τις υποσχέσεις. Κι ούτε που συλλογίστηκε από ποιο στόμα έβγαιναν αυτές οι υποσχέσεις.
Πώς τα θυμήθηκα τούτα όλα τώρα! Είναι που δεν προφταίνω να καταπιώ το ένα σκάνδαλο και ξεπετάγεται το επόμενο! Για τα Τέμπη μιλούσαμε τη μία μέρα, έσκασε ο ΟΠΕΚΕΠΕ την επομένη, σήμερα σκάνε τα σπιτάκια της ανακύκλωσης και για αύριο έχει ο θεός… Σκάνδαλο για σκάνδαλο δεν έχει αφήσει αυτή η κυβέρνηση, ό,τι βάλεις και δεν βάλεις με το νου σου.
Έτσι μου ήρθε στο μυαλό ο Θανάσης. Κι ύστερα είπα. Βρε θλιβερά συφοριασμένα ανθρωπάκια, βάλατε τη Λιλίκα να σας διοικήσει την ζωή; Την Λιλίκα, βρε; Δεν ξέρατε πως θα σας πάρει και τα σώβρακα; Πότε βρε, η δεξιά, στήριξε το δίκαιο του φτωχού; Πότε έβαλε βέτο στα μεγάλα συμφέροντα;
Και μην μου λέτε εμένα πως δεν τον ψήφισαν οι φτωχοί και πως τον ψήφισαν οι πλούσιοι. Πόσοι είναι οι πλούσιοι στην Ελλάδα, εκείνοι οι πολύ πλούσιοι που καταβροχθίζουν το βιος και τον ιδρώτα σας; Το πέντε, το δέκα τοις εκατό του πληθυσμού; Δεν είναι πάρα πάνω. Για μέτρησε τους ψήφους, βγαίνουν τα κουκιά;
Άρα κι εσύ κι εσύ κι εσύ… τον ψήφισες. Αλλά εντάξει, περί ορέξεως… τι να πω! Αναρωτιέμαι όμως όταν σου όταν ξεθωριάσουν στο μυαλό σου τα σκάνδαλα, κάπου εκεί, την ώρα της κάλπης, θα σου έχει περάσει και η καψούρα για την Λιλίκα ή μήπως αναζωπυρωθεί;
Την Λιλίκα, βρε… την Λιλίκα να σου διαφεντεύει την ζωή!
karalitsa2@gmail.com