ΛΙΤΣΑ ΚΑΡΑΜΠΙΝΗ

Πινακωτή, Πινακωτή…

Β
ραδάκια καλοκαιρινά κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Χωματόδρομοι μια ανάσα από την Αθήνα, αυλές ασβεστωμένες, παρτέρια ανθισμένα με γιασεμιά, φούλια και πανσέδες. Όταν σουρούπωνε, οι γείτονες, γινόντουσαν όλοι μια παρέα. Οι άντρες, τάβλι στις αυλές και ούζο με ελιά και παστή σαρδέλα. Οι γυναίκες έξω, στα σκαλιά, έπιαναν κουβεντολόι και κεντούσαν σταυροβελονιά.

Στα μαρμάρινα σκαλιά της γωνιακής μονοκατοικίας μαζευόμασταν ένα τσούρμο πιτσιρίκια της γειτονιάς και παίζαμε παιχνίδια που τώρα τα έχω ξεχασμένα. Κι όμως, προχτές, κάτι έβλεπα στην τηλεόραση και σαν να άστραψαν στο νου μου μνήμες παιδικές κι ήρθε στα μάτια μου μπροστά εκείνο το παιχνίδι. Πινακωτή, Πινακωτή… Άκου τώρα τι θυμήθηκα!

Η Αγγελικούλα, με τις φακίδες στη μύτη και τις μακριές ξανθές κοτσίδες, θυμάμαι πως ήθελε πάντα να κάνει την απεσταλμένη του βασιλιά. Χοροπηδώντας στο ένα της ποδάρι -κανόνας του παιχνιδιού αυτός- πλησίαζε τον Γιαννάκη που έκανε πάντα τη μάνα γιατί βαριόταν να παίξει κάποιο πιο δραστήριο ρόλο και του έλεγε «Πινακωτή, Πινακωτή…»

Κι ο Γιαννάκης της έλεγε για τρεις συνεχόμενες φορές. «Από το άλλο μου τ’ αυτί γιατί είναι η μάνα μου κουφή».

Ύστερα, η Αγγελικούλα, έλεγε ότι ο βασιλιάς την στέλνει να διαλέξει για κείνον το καλλίτερο αρνί.

«Διάλεξε και πάρε» της έλεγε η μάνα, που όπως είπαμε, την έκανε πάντα ο Γιαννάκης.

Τότε, η Αγγελικούλα, ψαχουλεύοντας ένα ένα τα παιδιά/αρνιά και βρίσκοντας για το καθένα ένα κουσούρι, διάλεγε το πιο καλό και το έπαιρνε μαζί της να το πάει στον βασιλιά της. Με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά έπαιρνε από την Πινακωτή και από ένα της αρνί να το πάει στον βασιλιά που δεν χόρταινε με τίποτα, ακόμη κι αν έπαιζαν μαζί μας και τα πιτσιρίκια της πέρα γειτονιάς. Μέχρι που έμενε στα χέρια της μάνας το τελευταίο αρνί. Αυτό ήταν το μανάρι. Το χαϊδεμένο της, το πιο αγαπημένο, το οποίο απ’ την αρχή του παιχνιδιού το έκρυβε στην αγκαλιά της και το οποίο, βέβαια, φρόντιζα πάντα να είμαι εγώ. Δεν θυμάμαι γιατί επέμενα να κάνω το μανάρι. Ίσως γιατί ήμουν η μικρότερη, ίσως γιατί ήμουν και λίγο πονηρούλα και νόμιζα πως μόνο εγώ θα μπορούσα να ξεφύγω από το βουλιμικό βασιλιά, ίσως ακόμη και να μου άρεσε να με κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά του ο Γιαννάκης.

Όταν λοιπόν η Αγγελικούλα γύριζε να πάρει και το τελευταίο αρνί της μάνας, δηλαδή εμένα το μανάρι, ο Γιαννάκης έλεγε με τη λεπτή άτολμη φωνούλα του. «Ένα το ‘χω δεν το δίνω μα τον άγιο Κωνσταντίνο». Αλλά η Αγγελικούλα που ήταν και κωλού και νταβραντισμένη μ’ άρπαζε απ’ τα μαλλιά για να με σύρει ως τον βασιλιά της, να κερδίσει και το παιχνίδι. Κι ούτε που λογάριαζε τον Γιαννάκη, ο οποίος στο σημείο εκείνο έπρεπε να σηκωθεί και να την κυνηγήσει. Αλλά σιγά μη σηκωνόταν να διεκδικήσει εμένα το μανάρι του, ο Γιαννάκης! Ο Γιαννάκης… η μαριονέτα…

Γι’ αυτό κι εγώ, αφού κάμποσες φορές με ξεμάλλιασε η Αγγελικούλα, αφού μου γέμισε τα γόνατα πληγές, μου έγδαρε τους αγκώνες, το σαγόνι και τα κωλομέρια, έτσι, όπως με έσερνε στο χώμα, αποφάσισα κάποτε, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον να σώσω όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει, διότι τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν πλέον να με κοροϊδεύουν φανερά.

«Δεν βλέπεις, βρε χαμένο, που ο Γιαννάκης τα έχει τάτσι μήτσι κώτσι με την Αγγελικούλα για να μπορεί, ο άχρηστος, να κάνει πάντα τη μάνα και να μην θυμώνει και τον βασιλιά (ένα βασιλιά που ποτέ κανείς μας δεν είδε, κάτι σαν τις «αγορές» ήταν κι αυτός) οπότε την αφήνει να σε τουλουμιάζει στο ξύλο;» Μου έλεγαν κι όλο γελούσαν.

«Α… λες;»

Κρίμα, που νόμιζα πως ήμουνα και πονηρούλα!

Ήταν ένα καλοκαίρι που τελείωνε. Ο Γιαννάκης ακόμη έκανε τη μάνα. Εγώ, στην αγκαλιά του, το μανάρι. Το παιχνίδι σε εξέλιξη. Ένα τσούρμο παιδιά, δεξιά και αριστερά μου, περίμεναν την Αγγελικούλα να τα διαλέξει ένα ένα να τα πάει βορά στον βασιλιά.

Η Αγγελικούλα χοροπηδώντας στο ένα της ποδάρι πλησιάζει, και λέει στον Γιαννάκη με φωνή δυνατή, επιτακτική. «Πινακωτή, Πινακωτή».

Πριν προλάβει ο Γιαννάκης να πει «από το άλλο μου τ’ αυτί…» του δίνω μια σπρωξιά και κουτουλάει το κεφάλι του πάνω στης Αγγελικούλας το κεφάλι. Ύστερα, στρογγυλοκάθομαι στη θέση του και καμαρώνω το καρούμπαλο που έβλεπα να φυτρώνει στο κεφάλι του. Ο Γιαννάκης, κλάματα, παρακάλια, τσαμπουκάς και πάλι παρακάλια. Για τη θέση που του πήρα.

«Τώρα η μάνα είμαι εγώ, είμαι και το μανάρι» του φώναξα.

«Μα το παιχνίδι δεν είναι έτσι, δεν θα μας χαλάσεις το παιχνίδι μας εσύ» χτυπιόταν η Αγγελικούλα προσπαθώντας να ρίξει τα μαλλιά μπροστά να κρύψει το καρούμπαλο που ήδη φύτρωνε και στο δικό της κούτελο.

«Ναι, εγώ θα το αλλάξω το παιχνίδι σας» της είπα. «Από δω και πέρα παίζουμε κλέφτες κι αστυνόμους».

Κι ύστερα φώναξα στ’ άλλα τα παιδιά. «Παιδιά ορμάτε τους, αυτοί είναι οι κλέφτες. Κλέφτες…. κλέφτες… Μας κλέβουν για να έχουνε την εύνοια του αχόρταγου του βασιλιά τους!»

Κι έφαγαν ένα βρωμόξυλο οι δυο τους…

Από τότε δεν ξαναήρθαν στην παρέα, έπαιζαν το παιχνίδι τους σε άλλη γειτονιά.

Πινακωτή, Πινακωτή… πώς μου ήρθε τώρα στο μυαλό;!

Εγώ ειδήσεις έβλεπα. Τον πρωθυπουργό να υπόσχεται ότι θα πάρουμε πίσω τα λεφτά του ΟΠΕΚΕΠΕ από τους κλέφτες, τους βουλευτές να εξανίστανται για το μεγάλο φαγοπότι, τα κόμματα όλα μαζί να παίζουν πολιτικά παιχνίδια του τύπου «Πινακωτή, Πινακωτή…» και τους κάθε μορφής αρμόδιους και αναρμόδιους που έχουν κάνει τη χώρα βιλαέτι τους να κουνούν το δάχτυλο στα έρημα τα μανάρια και να τα τρομοκρατούν…

Κι ύστερα αναρωτιέμαι, τώρα στα γεράματα, πούθε μου ήρθε η φλασιά με την Πινακωτή, τους απεσταλμένους, τα μανάρια! Άντε τώρα μην αρχίσω τα κουτουλίδια… Γιατί, ναι, το αποφάσισα, εγώ θα είμαι εις το εξής η μάνα, εγώ και το μανάρι…

 

karalitsa2@gmail.com