Το ζήσαμε, το ευχαριστηθήκαμε και τώρα που έγινε κι αυτό άλλη μια ανάμνηση, ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να πούμε και κάποιες αλήθειες που κρύβονται πίσω από την βιτρίνα.
Να κάνουμε δηλαδή έναν μικρό απολογισμό.
Πιστεύω ότι για τους περισσότερους ήταν ένα όμορφο και θα έλεγα δροσερό καλοκαίρι.
Ένα καλοκαίρι που μας έδωσε στιγμές ξεκούρασης, χαράς και χαλάρωσης.
Πίσω όμως από αυτή την όμορφη εικόνα κρύβεται και μια άλλη πραγματικότητα.
Μια «ασχήμια» που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες, στα βίντεο και στα πανηγυρικά δελτία για την αύξηση του αριθμού των αφίξεων.
Ίσως λοιπόν είναι καιρός να δούμε και αυτή την πραγματικότητα.
Ζούμε σε μια εποχή που συνήθως βλέπουμε το δέντρο και όχι το δάσος.
Και εδώ το δάσος δεν είναι ο υπερτουρισμός αλλά οι άνθρωποι.
Ο ντόπιος κυρίως πληθυσμός, αλλά και οι ίδιοι οι επισκέπτες.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε «κολλήσει» στα νούμερα και κάθε χρόνο κάνουμε τις ίδιες συγκρίσεις.
Πόσους τουρίστες είχαμε πέρσι; 43.310.000 (σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος)
Φέτος σκοπός είναι να πλησιάσουμε τα 45.000.000.
Και του χρόνου ο στόχος είναι να προσεγγίσουμε τα 48.000.000.
Και πάει λέγοντας.
Πίσω όμως από κάθε ρεκόρ και κάθε «επιτυχημένη» τουριστική σεζόν, υπάρχει και ένας τόπος που πρέπει να αντέξει και το ερώτημα εδώ δεν είναι πόσους περισσότερους τουρίστες μπορούμε να «χωρέσουμε», αλλά τι είδους τουρισμό θέλουμε να έχουμε και το κυριότερο ποιόν αριθμό μπορεί να αντέξει ένας τόπος, χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα της ζωής των κατοίκων του.
Γιατί ανάπτυξη δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερες αφίξεις, μεγαλύτερα ξενοδοχεία με περισσότερες κλίνες, αλλά αν αυτή η αύξηση δημιουργεί επιβάρυνση στις υποδομές ενός τόπου με την τεράστια συσσώρευση σκουπιδιών, την υπερκατανάλωση νερού που δεν περισσεύει ειδικά στα περισσότερα νησιά και με ένα κυκλοφοριακό χάος που κάνει δύσκολη την πρόσβαση των κατοίκων στις βασικές υπηρεσίες.
Δυστυχώς έχουμε μετατρέψει έναν δείκτη σε αυτοσκοπό και ξεχάσαμε να κοιτάξουμε πίσω από την βιτρίνα, γιατί το ζητούμενο δεν είναι να πανηγυρίζουμε κάθε χρόνο επειδή αυξήθηκε ο αριθμός των αφίξεων.
Το ζητούμενο είναι να αυξάνεται η πραγματική αξία που αφήνει ο τουρισμός στην οικονομία και στην κοινωνία, χωρίς να εξαντλεί τους ανθρώπους και τους τόπους που τον φιλοξενούν.
Να μετράμε όχι μόνο πόσοι ήρθαν αλλά κυρίως τι κόστος είχε αυτή η έλευση για την καθημερινότητα των κατοίκων.
Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε πόλεις και νησιά που ζουν από τον τουρισμό ή πόλεις και νησιά που ζουν μόνο για τον τουρισμό.
Δυστυχώς εκτός από τους μόνιμους κατοίκους δεν φαίνεται να προβληματίζεται κανείς άλλος αν οι υποδομές των πόλεων και των νησιών μας, μπορούν να αντέξουν αυτή την αύξηση.
Έχουμε βάλει σε δεύτερη μοίρα τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η ανεξέλεγκτη είσοδος, όπως είναι ο συνωστισμός και κυρίως η ελλιπής περίθαλψη τόσο για τον ντόπιο πληθυσμό αλλά και για τους ίδιους τους επισκέπτες, από δομές υγείας που καλούνται να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσια περιστατικά από αυτά που προβλέπει το οργανόγραμμά τους.
Αγνοούμε την έλλειψη στέγασης για γιατρούς, εκπαιδευτικούς αλλά και άλλους εργαζόμενους που δυσκολεύονται πλέον να βρουν σπίτι επειδή η κατοικία αντιμετωπίζεται μόνο ως τουριστικό προϊόν και όχι ως προϋπόθεση να μπορεί κάποιος να ζει και να εργάζεται στον τόπο του.
Πρέπει να ξέρουμε ότι μια χώρα δεν γίνεται πλουσιότερη απλώς και μόνο επειδή υποδέχεται περισσότερους τουρίστες θυσιάζοντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων και εξαντλώντας τους φυσικούς της πόρους.
Γίνεται πλουσιότερη όταν βελτιώνει τη ζωή των κατοίκων της, ενισχύει τις υποδομές και τις δημόσιες υπηρεσίες, προστατεύει το φυσικό περιβάλλον και δημιουργεί καλύτερες και πιο σταθερές συνθήκες διαβίωσης.
Γιατί στο τέλος της ημέρας αν ο τουρίστας απολαμβάνει έναν «παράδεισο» και ο κάτοικος δυσκολεύεται να ζήσει μέσα σε αυτόν, τότε κάτι κάνουμε λάθος και ίσως πρέπει να πάψουμε να μιλάμε για «ρεκόρ» και να αρχίσουμε να μιλάμε για πραγματικό κόστος.