Και ξανά ο χαιρετισμός και ξανά το χαμόγελο της γριούλας με περιμένουν το απόγευμα που επιστρέφω απ’ τη δουλειά. Ντρέπομαι. Τότε τη χαιρετώ κι εγώ. Με μια κίνηση της κεφαλής. Μ’ ένα μισό χαμόγελο. Μια γριά κολλημένη στο τζάμι του παραθύρου του μοναδικού δωματίου της. Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνεται την αλλαγή του κόσμου που συντελείται έξω από το τζάμι της. Ένας κόσμος που καταρρέει. Ένας κόσμος που διανύει τρέχοντας κύκλους ελλειπτικούς γύρω από τον εαυτό του για να χτίσει το μέλλον του. Ο δικός της κόσμος έχει καταρρεύσει προ πολλού. Τ’ απομεινάρια του σιτίζονται από μια σύνταξη, μεγάλη ή μικρή, ποιος ξέρει. Τροφοδοτούνται από μεταμφιεσμένες αναμνήσεις. Η ζωή της παρέχει το προνόμιο να χαιρετά. Να χαμογελά στους περαστικούς.
Έτσι, θα το ήξερα κι εγώ όταν οι άλλοι, οι νέοι άνθρωποι, είναι επιφορτισμένοι να φτιάξουν τον κόσμο εξ αρχής. Και μάλιστα, στο στενό πλαίσιο ενός χρόνου που καλπάζει. Ναι, τον ζω καθημερινά αυτόν τον κόσμο. Ζω τον φρικαλέο θόρυβο του καλπασμού του στο πετσί μου.
Κάποιες φορές, αλλά μόνο εκείνες που την χαιρετώ, ζηλεύω τη γαλήνη στο βλέμμα της. Γιατί; Πώς μπορεί;
Σήμερα, νωρίς το πρωί, βγαίνοντας από το ασανσέρ συνάντησα την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος του ισογείου που έμενε η γριούλα. Ένας εργάτης κουβαλούσε μεγάλες μαύρες σακούλες στα σκουπίδια.
«Πέθανε;»
«Πέθανε. Είναι τέσσερεις μέρες τώρα. Και καλά που μας ειδοποίησε ο Κωνσταντίνος, ο γιός της κυρίας Ασημάκη από τον τέταρτο. Κάθε πρωί, λέει, που έφευγε για το Γυμνάσιο, η κυρία Αγγελική τον χαιρετούσε μέσα από το τζάμι. Κι όταν μια, δυο μέρες δεν την είδε ανησύχησε και μας ειδοποίησε».
«Συγγενείς δεν έχει;»
«Όχι, κανέναν».
Μια σακούλα γεμάτη χαρτιά γλιστράει από τα χέρια του εργάτη και σκορπίζει στην είσοδο. Η ιδιοκτήτρια σκύβει να βοηθήσει. Βιάζομαι, έχω αργήσει. Ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτί κυλάει στα πόδια μου. Το σηκώνω. Το σφίγγω στη χούφτα μου. Χαιρετάω, φεύγω. Α, το χαρτί να πετάξω στον κάδο. Τί το πήρα μαζί;
Ένα ταξί στρίβει απ’ τη γωνία του δρόμου. Κάνω σινιάλο. Μπαίνω.
«Στο Σύνταγμα» λέω στον ταξιτζή. Και παίζω με το χάρτινο μπαλάκι που κρατάω ακόμη στα χέρια μου. Η κίνηση στο δρόμο είναι απελπιστική. Ανοίγω το χαρτί. Το ισιώνω πάνω στα πόδια μου.
Είναι χειρόγραφο. Ο γραφικός χαρακτήρας πυκνός, με τρεμάμενες καλλιγραφικές γραμμές.
Διαβάζω.
«…ένας κόσμος γεμάτος ευφυΐα, μαγεία, δύναμη. Μα τόση ανθρώπινη ανημποριά που τον κάνει αδυσώπητο. Σαν το κορίτσι του δευτέρου, που τα πρωινά δεν προφταίνει ούτε μια καλημέρα να πει. Ούτε καν ένα χαμόγελο. Γλυκό μου παιδί, η ζωή συμβαίνει τώρα, την στιγμή ακριβώς που εσύ τρέχεις να χτίσεις το μέλλον σου…»
Δεν θέλω να διαβάσω περισσότερο. Το διπλώνω και το κρύβω στην τσάντα μου.
«Σταματήστε, παρακαλώ, όπου μπορείτε. Θα κατέβω».
Ο ταξιτζής με κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη, σηκώνει τους ώμους του, ανάβει alarm και σταματάει.
Αισθάνομαι το ελαφρύ αεράκι να αγγίζει το πρόσωπό μου καθώς κατεβαίνω την λεωφόρο. Σαν μόλις να ξύπνησα από ένα βαθύ ταραγμένο ύπνο.
Τηλεφωνώ στη δουλειά πως θα αργήσω και μπαίνω στον Εθνικό κήπο. Θέλω να ταΐσω τις πάπιες, τις κότες, την στρουθοκάμηλο.
Θέλω να δω την ζωή μου να συμβαίνει τώρα χωρίς να λειώνω στη δύνη του χρόνου τις σάρκες μου.
Σαν αντίδωρο σε κείνη για τα χαμόγελα που δεν ανταπέδωσα.
Σαν υπόσχεση σε μένα να αλλάξω τον αδυσώπητο κόσμο μου.
karalitsa2@gmail.com