Τηλεφωνώ και κλείνω ραντεβού για την επόμενη μέρα στις 10 το πρωί.
Καθώς μπαίνω στον αυλόγυρο, η μυρωδιά φρέσκιας μπογιάς στομώνει τα ρουθούνια μου. Ένας άντρας λεπτοκαμωμένος μετράει με το βλέμμα του τα βήματά μου καθώς τον πλησιάζουν. Με κοιτάζει σαν να με περίμενε.
«Για το σπίτι;»
«Ναι, εσείς είστε…»
«Όχι, εγώ βάφω, αλλά μου είπε η κυρά Τασούλα, αν θέλετε, να την περιμένετε κάπου είκοσι λεπτά… ζητάει συγνώμη, λέει, κάτι της έτυχε…»
«Αν είναι για τόσο, εντάξει αλλά…»
«Περάστε, δείτε ωστόσο το σπίτι. Και καθίστε, έχει κάτι καρέκλες πάνω στον καναπέ».
Όσο να πιάσει ο μάστορας ξανά την πατανόβουρτσα έφερα μια γύρα το σπίτι. Κουζίνα, μπάνιο, μια κρεβατοκάμαρα κι ένα μεγάλο καθιστικό όπου στο κέντρο του βρίσκονται στοιβαγμένα φτηνοέπιπλα παλιά, ξεχαρβαλωμένα. Ένας καναπές χρώματος πορτοκαλί διάσπαρτος από λιπαρούς λεκέδες. Πάνω στον καναπέ μια συρταριέρα, τρεις καρέκλες με ξεφτισμένα καθίσματα κι ένα χαρτοκιβώτιο γεμάτο παράταιρα αντικείμενα. Δίπλα στον καναπέ ένα ετοιμόρροπο μαθητικό γραφείο του οποίου τα πόδια παλαντζάρουν πάνω σε μια κουρελού τσαπατσούλικα τυλιγμένη.
Βγαίνω στην αυλή. Ο μάστορας βάφει ακόμη την πρόσοψη.
«Είστε σίγουρος ότι νοικιάζεται αυτό το σπίτι; Γιατί βλέπω πράγματα μέσα».
«Έννοια σου, κι έχει ειδοποιήσει η κυρά Τασούλα τον δήμο να έρθουν να τα πάρουν, τώρα, το μεσημέρι. Είναι της προηγούμενης αυτά. Νύχτα έφυγε. Πήρε όσα ήθελε, τ’ άλλα τα παράτησε. Έφαγε και τρία νοίκια. Τι να πεις, κοπέλα μου, δύσκολοι καιροί, βλέπεις. Είναι που έφυγε κι ο προκομμένος της, γύρισε στην Αλβανία με την γκόμενα κι εκείνη έμεινε με δυο παιδιά να…»
Ο άντρας ετοιμάστηκε να κάτσει στο πεζούλι, να μου πει και τα υπόλοιπα. Σιγά μην καθόμουν να πιάσουμε ψιλοκουβέντα!
Επέστρεψα στο καθιστικό. Έξω ακουγόταν ανεπαίσθητα ο ήχος της πατανόβουρτας να γλείφει το ντουβάρι.
Πρώτα ψαχούλεψα με βλέμμα αδιάκριτο την κούτα. Ένα καλτσόν φορεμένο, κάλτσες άπλυτες παιδικές, κορδόνια από αθλητικά παπούτσια, ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες από συνθετικό υλικό, μια αντρική φόρμα παραλλαγής, ένα βιβλιάριο υγείας μικρού κοριτσιού. Ύστερα, βοήθησα με τις άκρες των δακτύλων. Ένα τσίγκινο σταχτοδοχείο, ένα μαχαίρι κουζίνας, δύο προφυλακτικά, ένα μικρό σφυρί, ένα σακουλάκι ψεύτικες χαντρούλες, ένα ματόχαντρο, μια χάρτινη τρισδιάστατη εικόνα της Παναγιάς, απ’ αυτές τις πανηγυρτζήδικες.
Τα δάχτυλα κοντά στον πάτο αγγίζουν ένα φάκελο πλαστικό. Το χέρι μου χωμένο ως τον αγκώνα μες στην κούτα. Ανασύρω το φάκελο. Κοιτάζω γύρω μου. Κανείς δεν με βλέπει. Από τον φάκελο βγάζω ένα ασφαλιστήριο αυτοκινήτου, μια απόφαση δικαστηρίου για την κατάσχεση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, λίγες σχολικές φωτογραφίες των παιδιών και κάμποσες άλλες οικογενειακές σε ευτυχισμένες στιγμές. Σε σπίτια, σε ταβέρνες, σε ακρογιαλιές. Χαμόγελα, πόζες, βλέμματα γεμάτα δύναμη και προσμονή. Κάτι σαν «να, που ξημερώνει και για μας».
Ωστόσο ακούω μικρά βιαστικά βήματα να πλησιάζουν.
«Συγνώμη που άργησα. Ελάτε να σας δείξω το σπίτι. Και μην νομίζεται, τούτες τις σαβούρες θα τις πετάξω σήμερα. Αύριο θα είναι άδειο και καθαρό».
«Ναι, μου εξήγησε έξω ο μάστορας, είναι τα θρύψαλα της ζωής της προηγούμενης ενοικιάστριας».
«Μωρέ, ας μην την είχε παρατήσει με δυο παιδιά ο άντρας της και θα σου έλεγα εγώ τι θα της έκανα. Τρία νοίκια μου έφαγε, έτσι θα την άφηνα! Μου άφησε και την σαβούρα της…»
Ίσως να ήταν η μυρωδιά της μπογιάς που μου πλάκωνε στο στήθος, μα ένιωσα την ανάγκη να φύγω. Να βγω στον καθαρό αέρα. Τώρα, που μόλις άρχιζε η βροχή.
«Τότε θα τα πούμε αύριο» είπα, την χαιρέτησα και έφυγα χωρίς να ρίξω δεύτερη ματιά στην στοίβα με την σαβούρα που για την προηγούμενη ένοικο ίσως δεν ήταν ακριβώς σαβούρα.
Περπάτησα δύο τετράγωνα. Βρεγμένη όπως ήμουν στάθηκα κάτω από μια μαρκίζα. Τι να συνέβη άραγε σε κείνη τη γυναίκα που έθαψε στο χωνευτήρι του Τίποτα μικρά κομμάτια της χαράς, της αγωνίας, της πίκρας, του έρωτα και της ελπίδας της; Κι ύστερα; Το επόμενο βήμα της, ξανά στο Τίποτα;
Τότε, μία μία, άρχισαν να έρχονται στο νου μου όλες εκείνες οι φορές που χρειάστηκε, για να κάνω το επόμενο βήμα μου, να θάψω πίσω μου σκέψεις, όνειρα, στιγμές και προσδοκίες. Το ίδιο και η Στέλλα και η Νανά κι ο Δημήτρης και ο Χρίστος και πολλοί ακόμη από τους ανθρώπους που ξέρω.
Τα ρίχνεις όλα στο χωνευτήρι του Τίποτα. Για να κάνεις το επόμενο βήμα. Ακόμη κι αν το επόμενο βήμα σε οδηγήσει με ακρίβεια στο Τίποτα.
Αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι ζωή;
karalitsa2@gmail.com