Κόλαφος το πόρισμα για το μπλακ άουτ στο FIR
ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ-ΑΝΤΙΚΕΣ

Κόλαφος το πόρισμα για το μπλακ άουτ στο FIR

Σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε, λόγω αποσυγχρονισμού, σε πλειάδα ετερογενών διατάξεων/διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ, με αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση/συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών και την υποβάθμιση/διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων, οφείλεται σύμφωνα με την έκθεση των εμπειρογνωμόνων το «μπλακ άουτ», στο FIR Αθηνών, την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026.

Π
αράλληλα, επισημαίνεται πως δεν προέκυψαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης ή εξωγενούς κακόβουλης παρεμβολής.

Η πλήρης επαναφορά, όπως αναφέρεται στο πόρισμα, το οποίο και υποβλήθηκε την Τρίτη 13/01 στον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, επετεύχθη κατόπιν επανασυγχρονισμού/επανεκκινήσεων που ακολούθησαν την επαναδρομολόγηση κίνησης στο δίκτυο κορμού.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, σημειώνεται μεταξύ άλλων, πως για λόγους ασφάλειας πτήσεων, επιβλήθηκε πλήρης περιορισμός χωρητικότητας (zero rate) και εφαρμόστηκαν διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Η επαναφορά των παρεχόμενων υπηρεσιών ήταν σταδιακή, ενώ η πλήρης αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε στις 16:53 τοπική ώρα, μετά από εκούσια ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου.

Με βάση τις Αναφορές στην πλατφόρμα ECCAIRS και την αξιολόγηση της ΑΠΑ, το Περιστατικό κατατάχθηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης (Green Area), χωρίς αναφορά παραβίασης ελαχίστων διαχωρισμών. Επιπλέον, δεν προέκυψαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης ή εξωγενούς κακόβουλης παρεμβολής.

Στο κεφάλαιο, δε, που αφορά στα ζητήματα Αεροπορικής Ασφάλειας αναφέρεται πως δεν διαπιστώθηκε ζήτημα αεροπορικής ασφάλειας υπό την έννοια της έκθεσης αεροσκαφών σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο.

Στο πόρισμά της, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής (VCS – Voice Communication System) της ΥΠΑ και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή της, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία (SDH – Synchronous Digital Hierarchy) που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας.

Στο πόρισμά της, η Ειδική Επιτροπή καταλήγει στις εξής εισηγήσεις:

1) επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP (Voice over IP), με την ολοκλήρωση των διαδικασιών προμήθειας – εγκατάστασης και θέσης σε επιχειρησιακή λειτουργία του νέου VCS/RCS (Voice Communication System / Radio Communication System) και των 495 νέων πομποδεκτών,

2) θεσμοθέτηση σταθερού κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ-ΟΤΕ και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσεων με δοκιμές/εκπαίδευση υπό εποπτεία ΑΠΑ,

3) ενίσχυση με τηλεμετρία/τηλεχειρισμό και δυνατότητα εκτέλεσης από άκρο σε άκρο διαγνωστικών ελέγχων στα κομβικά σημεία,

4) ενίσχυση εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ για έγκαιρο εντοπισμό παρεμβολών/ανωμαλιών, καθώς και

5) μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση συστημικών επιχειρησιακών κινδύνων και εξαρτήσεων με στόχο να διασφαλισθεί η αδιάλειπτη και ασφαλής παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

Στην Επιτροπή Διερεύνησης του περιστατικού υπό τον Διοικητή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας Χρήστο Τσίτουρα, συμμετείχαν ως μέλη: ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας, ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Ζαμπακόλας, Μηχανικός Επικοινωνιών Επιτελής ΓΕΕΘΑ, ο υποδιευθυντής εποπτείας φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) Νίκος Ηγουμενίδης, εκπρόσωπος του EUROCONTROL (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας), ενώ συμμετείχε ως παρατηρητής και εκπρόσωπος του EASA (European Union Aviation Safety Agency).

Η Επιτροπή αναγνώρισε ως εμπλεκόμενους φορείς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), από τους οποίους ζήτησε και έλαβε επίσημη αναφορά των δράσεών τους, ενώ αξιολόγησε και τις πληροφορίες που έλαβε από συνεντεύξεις με στελέχη των δύο οργανισμών.

Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας: Το πόρισμα καταδεικνύει διοικητικό αλαλούμ και σοβαρότατες διοικητικές ευθύνες

Για πλήρη δικαίωση των διαχρονικών καταγγελιών τους για «απαρχαιωμένο εξοπλισμό» χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις ασφάλειας που χρησιμοποιείται στον Έλεγχο Εναέριας Κυκλοφορίας κάνουν λόγο οι Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας σχολιάζοντας το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης για το σοβαρό περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου 2026, τονίζοντας πως «η κατάντια της ΥΠΑ φάνηκε για άλλη μία φορά».

Σύμφωνα με τους Ελεγκτές, η παράθεση του ιστορικού των γεγονότων αποτυπώνει με σαφήνεια τις συνθήκες έντονης πίεσης υπό τις οποίες εργάστηκαν οι βάρδιες το πρωί του συμβάντος, καθώς και το διοικητικό αλαλούμ που επικράτησε. Όπως τονίζουν, η ίδια η έκθεση καταγράφει πολύωρη καθυστέρηση στη διάγνωση της αιτίας και έλλειψη ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ των στελεχών της Διοίκησης της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

«Το πόρισμα καταδεικνύει ξεκάθαρα διοικητικό αλαλούμ, πολύωρη καθυστέρηση στη διάγνωση της αιτίας και ανυπαρξία συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων στελεχών της Διοίκησης.

Αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι η απόφαση επιβολής του zero rate ήταν αυτή που απέτρεψε μια ενδεχομένως πολύ χειρότερη εξέλιξη του σοβαρότατου περιστατικού της 4/1/2026. Το πόρισμα που δόθηκε στην δημοσιότητα αναφέρει ότι είναι αδύνατος ο ακριβής προσδιορισμός της αιτίας του συμβάντος, το οποίο μπορεί να προκλήθηκε από «πληθώρα λόγων». Το προαναφερθέν σε συνδυασμό με την ευθεία αναφορά στο γεγονός ότι δεν υπάρχει «δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας» για το σύστημα επικοινωνιών φωνής που χρησιμοποιείται στον Έλεγχο Εναέριας Κυκλοφορίας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί η παροχή Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας στο ΚΕΠΑΘΜ στο 100% των ονομαστικών χωρητικοτήτων και πρέπει άμεσα να γίνει εκτίμηση ασφάλειας (safety assessment), όπως επιβάλλουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί. Καθίσταται πλέον ολοφάνερο ότι δεν μπορεί υπό αυτές τις συνθήκες να εξυπηρετηθεί η αυξημένη ζήτηση της κυκλοφορίας κατά την καλοκαιρινή περίοδο» αναφέρεται στην ανακοίνωσή της ΕΕΕΚΕ. Κατηγορούν τη διοίκηση της ΥΠΑ για «εγκληματική επιμονή» στη διατήρηση των χωρητικοτήτων στο 100% συμπληρώνοντας πως επιβάλλεται η μείωσή τους άμεσα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των πτήσεων. Οι Ελεγκτές επαναφέρουν το ζήτημα των καθυστερήσεων στην εγκατάσταση των νέων πομποδεκτών VHF, υποστηρίζοντας ότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες διοικητικές αστοχίες, ο εξοπλισμός θα είχε ήδη παραληφθεί και το περιστατικό ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί. Με βάση τα παραπάνω, ζητούν άμεση πολιτική παρέμβαση από το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, ώστε να μειωθούν οι χωρητικότητες και να διασφαλιστεί η ασφάλεια των πτήσεων. «Το πόρισμα καταδεικνύει σοβαρότατες διοικητικές ευθύνες οι οποίες έχουν ονοματεπώνυμο. Καλούμε τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών να μην γίνει συνένοχος της Διοίκησης και να παρέμβει άμεσα ώστε να προστατεύσει τους Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας και πρωτίστως το επιβατικό κοινό», καταλήγει η ΕΕΕΚΕ.

Μηχανικοί Ασφαλείας: Απαρχαιωμένα τα συστήματα, ευφημισμός τα περί «ψηφιακού θορύβου»

Σε σκληρή ανακοίνωση προχώρησε η Ένωση Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριου Κυκλοφορίας (ΕΝΗΜΑΕΚ), με αφορμή το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης για το σοβαρό περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου 2026, που οδήγησε σε δραστικό περιορισμό της αεροπορικής κυκλοφορίας στον ελληνικό εναέριο χώρο.

Η Ένωση απορρίπτει τον όρο «ψηφιακός θόρυβος» ως παραπλανητικό ευφημισμό και αποδίδει τη δυσλειτουργία σε απαρχαιωμένα συστήματα, ακραία υποστελέχωση και σε μια διαχρονική πολιτική εγκατάλειψης της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία έχει την ευθύνη του ελέγχου του ελληνικού FIR.

Όπως τονίζει, τα συμπεράσματα του πορίσματος επιβεβαιώνουν προειδοποιήσεις που η ΕΝΗΜΑΕΚ διατυπώνει επί χρόνια προς την πολιτική και διοικητική ηγεσία, χωρίς να έχουν ληφθεί ουσιαστικά μέτρα. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η ασφαλής λειτουργία της αεροναυτιλίας στηρίζεται σήμερα σχεδόν αποκλειστικά στον επαγγελματισμό του προσωπικού και ιδίως των Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριας Κυκλοφορίας, σε ένα περιβάλλον υποχρηματοδότησης, οργανωτικών αστοχιών και αυξημένων κινδύνων για την ασφάλεια των πτήσεων.

Διαβάστε παρακάτω την πλήρη ανακοίνωση:

«Ο ‘ψηφιακός θόρυβος’ είναι ο ευφημισμός για τα απαρχαιωμένα συστήματα αεροναυτιλίας, την υποστελέχωση και εντέλει για την κεντρική επιλογή εγκατάλειψης μίας από τις κρισιμότερες δημόσιες υπηρεσίες που έχει την ευθύνη του ελέγχου του ελληνικού FIR: της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Αυτό είναι το συμπέρασμα από το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης για το περιστατικό που σημειώθηκε στις 4.1.2026 λόγω δυσλειτουργίας συστημάτων και είχε ως αποτέλεσμα τον δραστικό περιορισμό της αεροπορική κυκλοφορίας στον ελληνικό εναέριο χώρο.

Θα ήταν αχρείαστο το πόρισμα αυτό, αν όσα η ΕΝΗΜΑΕΚ μετ’ επιτάσεως έχει επισημάνει, ιδίως τα τρία τελευταία χρόνια με τα δελτία τύπου και τις επιστολές της, είχαν στο ελάχιστο εισακουστεί και ληφθεί υπόψη:

– Έχουμε προ πολλού επισημάνει την αμεσότατη ανάγκη εκσυγχρονισμού κρίσιμων συστημάτων αεροναυτιλίας, ώστε να είναι σε θέση η ΥΠΑ να υπηρετεί απρόσκοπτα την αποστολή της.

– Έχουμε προ πολλού καταγγείλει την ακραία υποστελέχωση του κλάδου των Ηλεκτρονικών Μηχανικών Ασφάλειας Εναέριας Κυκλοφορίας, που υποστηρίζουμε τα συστήματα αεροναυτιλίας της ΥΠΑ, και την επιλογή της απελθούσας Διοίκησης να υποστηρίξει ακόμη και την μονή βάρδια Ηλεκτρονικών Μηχανικών σε επιχειρησιακές μονάδες αιχμής ως ανεκτή εναλλακτική λειτουργίας της υπηρεσίας.

– Σε κάθε μας διάβημα προς την πολιτική ηγεσία φωνάζουμε για την καθυστέρηση ακόμη και των προσλήψεων που έχουν εξαγγελθεί.

– Έχουμε σε όλους του τόνους υπογραμμίσει ότι η προμήθεια συστημάτων χωρίς επαρκές προσωπικό που τα υποστηρίζει δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα.

– Στο πρόσφατα ψηφισμένο νέο Οργανόγραμμα της ΥΠΑ, η ΕΝΗΜΑΕΚ είχε επισημάνει ότι αλλαγές όπως η διαίρεση της Γενικής Διεύθυνσης Αεροναυτιλίας και η ανομοιογενής δομή (clustering) μεταξύ των λειτουργιών αεροναυτιλίας, θα επιβαρύνουν την επιχειρησιακή λειτουργία. Είχαμε τονίσει την ανάγκη σχεδιασμού ασφαλών διαδικασιών και οργανωτικών μέτρων προσαρμοσμένων στις πραγματικές καθημερινές ανάγκες της αεροναυτιλίας.

Παρότι στις 4.1.2026, ημέρα Κυριακή, οι συνάδελφοι ΗΜΑΕΚ σε όλες τις εμπλεκόμενες επιχειρησιακές μονάδες της ΥΠΑ κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την έκτακτη ανάγκη σε υποστελεχωμένες βάρδιες, ανταποκρίθηκαν πλήρως, έγκαιρα και εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα τις ισχύουσες διαδικασίες:

– έλεγξαν ενδελεχώς και με ταχύτητα τα συστήματα της ΥΠΑ που επηρεάστηκαν,

– ειδοποίησαν και ενημέρωσαν εγκαίρως τον τηλεπικοινωνιακό πάροχο στις υποδομές του οποίου εντοπίστηκαν προβλήματα που επηρέασαν τα συστήματα αεροναυτιλίας της ΥΠΑ. Αφού δεν το έκανε η απελθούσα Διοίκηση της ΥΠΑ δέκα ημέρες μετά το περιστατικό και πριν την υποχρέωσή της σε παραίτηση, πρέπει εμείς τουλάχιστον να διευκρινίσουμε ότι η ΥΠΑ δεν είναι τηλεπικοινωνιακός πάροχος και πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν διαθέτει τηλεπικοινωνιακές υποδομές, αλλά τις προμηθεύεται από τρίτους. Σε αυτές τις υποδομές το προσωπικό της ΥΠΑ δεν διαθέτει καμία δυνατότητα ελέγχου, πολλώ δε μάλλον επέμβασης. Άλλωστε, το σύστημα επανήλθε πλήρως μόνο μετά από ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου.

– εκτέλεσαν άμεσα τις εντολές μετάβασης στους απομακρυσμένους τηλεπικοινωνιακούς σταθμούς της ΥΠΑ, για τον έλεγχο των υπηρεσιών επικοινωνιών. Οι συνάδελφοι ΗΜΑΕΚ που παρέχουν την εργασία τους στα κατά τόπους αεροδρόμια ακόμη και σε μονοβάρδιες, που υποχρεώθηκαν σε συνθήκες κατεπείγοντος να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να μεταβούν σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές για να ελέγξουν τους πομποδέκτες.

– συνεργάστηκαν πλήρως με κάθε εμπλεκόμενο, υπάλληλο της ΥΠΑ ή τρίτου φορέα, ακόμη και ελλείψει ποιοτικού πρωτοκόλλου/διαδικασίας συνεργασίας και επικοινωνίας με τους τρίτους παρόχους, έλλειψη που όλες οι Διοικήσεις της ΥΠΑ διαχρονικά είχαν αμελήσει να θεραπεύσουν.

Στους ΗΜΑΕΚ είναι γνωστή η πραγματικότητα της Υπηρεσίας. Καλούμαστε να υποστηρίξουμε συστήματα που δεν υποστηρίζονται πλέον από τον κατασκευαστή τους (λόγω παλαιότητας) και το έχουμε καταφέρει. Τα παλαιά συστήματα της ΥΠΑ παραμένουν λειτουργικά χάρη στη δουλειά μας και στην εντατική τους υποστήριξη και συντήρηση από εμάς, στον βαθμό βέβαια που η εκάστοτε Διοίκηση αφιερώνει πόρους για την προμήθεια ανταλλακτικών, για μετακινήσεις, μεταφορικά μέσα, καύσιμα κλπ.

Αυτή είναι και η εικόνα που προκύπτει από το παραπάνω πόρισμα: μία κρισιμότατη για το δημόσιο συμφέρον Υπηρεσία λειτουργεί εν πολλοίς χάρη στον επαγγελματισμό του προσωπικού της και μόνο, μέσα σε συνθήκες εγκατάλειψής και σταδιακής ιδιωτικοποίησης λειτουργιών της.

Ενόψει των παραπάνω διαπιστώσεων, αναμενόμενες ήταν οι συστάσεις της Επιτροπής Διερεύνησης, ωστόσο υπολείπονται όσων αναλυτικά έχουμε ως Ένωση επισημάνει τα τελευταία χρόνια, ως άμεσα μέτρα αποκατάστασης πλήρως ασφαλούς λειτουργίας των συστημάτων, και κυρίως ως προς την υλοποίησή τους από πλευράς ΥΠΑ.

Κανένα σύστημα δεν θα λειτουργήσει, ακόμη και από αυτά που πρόκειται να προμηθευτεί η ΥΠΑ, και καμία διαδικασία δεν θα αποδώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα, αν δεν ληφθεί η κομβική απόφαση διάθεσης επαρκών πόρων – ανθρώπινων και υλικών – για την εξυπηρέτηση του σκοπού της ασφάλειας των πτήσεων:

– Αν δεν στελεχωθεί επαρκώς ο Κλάδος των ΗΜΑΕΚ που προδιαγράφουν, συντηρούν και υποστηρίζουν τα συστήματα αεροναυτιλίας.

– Αν δεν ενισχυθεί ο κλάδος των ΗΜΑΕΚ με υποστηρικτικό προσωπικό (οδηγούς, ηλεκτρολόγους κ.λπ.), ώστε να υπάρχει άμεση ανταπόκριση σε περίπτωση βλάβης/έκτακτης ανάγκης.

– Αν δεν διατίθενται άμεσα οι πόροι, για τις τρέχουσες λειτουργικές ανάγκες της ΥΠΑ. Η Ασφάλεια των πτήσεων και η αποφυγή παρόμοιου περιστατικού στο μέλλον έχουν μία κοινή παράμετρο: την ενίσχυση του ανθρώπινου παράγοντα στην ΥΠΑ και ιδίως του προσωπικού που υποστηρίζει τα συστήματα: των ΗΜΑΕΚ.

Δεν γνωρίζουμε πώς αλλιώς μπορούμε να καταστήσουμε σαφές ότι χωρίς κατάλληλα και σύγχρονα συστήματα και χωρίς επαρκές, πιστοποιημένο και εξειδικευμένο προσωπικό που τα υποστηρίζει, όπως είναι οι ΗΜΑΕΚ, η Υπηρεσία καταντά κενό κέλυφος, υπό επιτήρηση για την απώλεια της δυνατότητας ελέγχου του FIR.»