Θα καταθέσουν το βιογραφικό τους και οι επιτροπές ψηφοδελτίου θα αποφασίσουν αν θα είναι υποψήφιοι βουλευτές ή όχι».
Και συνεχίζει για Σ. Φάμελλο και Αχτσιόγλου.
«Δεν νομίζω ότι ο Σωκράτης Φάμελλος επιθυμεί να αφήσει το κόμμα του και να εγγραφεί μέλος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, γιατί είναι πρόεδρος του κόμματος και αγωνίζεται για αυτό.
Η κυρία Αχτσιόγλου, εφόσον παραιτήθηκε και παρέδωσε και την έδρα της, μπορεί να μπει στο myelas.gr και να συμμετάσχει ως εθελοντής».
Πόση ταπείνωση μπορεί να χωρέσει σε λίγες μόνο λέξεις.
Πόσο κάτω μπορεί να πέσει κανείς για μια βουλευτική καρέκλα.
Να σου λένε δημόσια ότι δεν σε θέλουν ως συνομιλητή, να αγνοούν την πολιτική σου διαδρομή και η εκλογική σου νομιμοποίηση να εξαρτάται από την κρίση μιας επιτροπής που ενδέχεται τα μέλη της να διαθέτουν μικρότερη εμπειρία, λιγότερη προσφορά και σαφώς πιο περιορισμένο πολιτικό αποτύπωμα από το δικό σου
«…και ‘συ τα δέχεσαι με απελπισία,
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·»
όπως λέει και Ο ποιητής.
Πρωτοκλασάτα στελέχη και πρώην υπουργοί της κυβέρνησης Τσίπρα σύμφωνα με τον αναπληρωτή εκπρόσωπο, είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν βιογραφικό λες και διεκδικούν μια θέση διοικητικού υπαλλήλου σε ιδιωτική εταιρεία.
Σαν να μη μετρά για αυτούς η πολιτική τους διαδρομή, η κοινοβουλευτική τους παρουσία και η λαϊκή νομιμοποίηση, αλλά η έγκριση μιας επιτροπής που καλείται να κρίνει αν είναι αρκετά «κατάλληλοι» για να συμμετάσχουν στο νέο πολιτικό φορέα που δεν διαφέρει και πολύ από τον προηγούμενο.
Τι ακριβώς κύριε Νιφούδη θα μάθει μια επιτροπή για τον κύριο Φάμελλο, την κυρία Αχτσιόγλου, αλλά και τους πρώην υπουργούς και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ από ένα βιογραφικό σημείωμα που δεν είναι ήδη γνωστό.
Τι θα ανακαλύψει η επιτροπή που δεν έχει κριθεί ήδη από την πολιτική τους διαδρομή, την κοινοβουλευτική τους παρουσία και τις υπουργικές τους θητείες στις δύο κυβερνήσεις Τσίπρα.
Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι αντί να αντιδρούν σε αυτή την προφανή υποβάθμιση της πολιτικής τους υπόστασης, σπεύδουν να συμμορφωθούν με τη διαδικασία, παρακαλώντας μάλιστα να τους επιτραπεί η συμμετοχή.
Μόνο που η σοβαρή πολιτική σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ και του ΕΛ.Α.Σ δεν λειτουργεί με όρους casting.
Δεν χτίζεται πάνω στην αλαζονεία όσων πιστεύουν ότι μπορούν να απονέμουν εύσημα η απόρριψη.
Η αξία αν υπάρχει, αναγνωρίζεται από το έργο και όχι από τη σφραγίδα μιας επιτροπής.
Και όταν φτάνουμε στο σημείο πολιτικοί με διαδρομή να καλούνται να «στείλουν βιογραφικό» για να κριθούν αν είναι αρκετά καλοί για ένα ψηφοδέλτιο, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αλαζονεία εκείνων που το απαιτούν.
Είναι και η υποβάθμιση της ίδιας της πολιτικής σε ένα θέαμα προσωπικών φιλοδοξιών, όπου η εικόνα μετρά περισσότερο από την ουσία και η καρέκλα περισσότερο από την αξιοπρέπεια.
Όλα αυτά μου θυμίζουν θεατρική οντισιόν που ένας αποτυχημένος σκηνοθέτης ζητά από έναν καταξιωμένο ηθοποιό να περάσει από επιτροπή αξιολόγησης για να του δώσει έναν μικρό ρόλο σε μια ταινία του.
Όχι φυσικά γιατί η οντισιόν είναι μια υποτιμητική διαδικασία, αλλά γιατί για κάποιους που έχουν μια μακρά διαδρομή και μια στοιχειώδη αναγνώριση της αξίας και του έργου τους, είναι προσβολή να τους βάζεις σε αυτή την διαδικασία, όχι επειδή αμφισβητείς την αξία τους, αλλά γιατί έχεις την ανάγκη να επιβεβαιώσεις την δική σου εξουσία.
Γιατί αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης με την ΕΛ.Α.Σ του Α.Τσίπρα.
Δεν πρόκειται για αξιολόγηση.
Πρόκειται για μια επίδειξη ισχύος.
Για μια προσπάθεια να καταστεί σαφές ποιος αποφασίζει, ποιος εγκρίνει και ποιος οφείλει υποταγή.
Και το πιο θλιβερό δεν είναι η απαίτηση του αρχηγού του «νέου» κόμματος να παραπέμπει σε αξιολόγηση με κατάθεση μάλιστα βιογραφικών ανθρώπους, που μέχρι χθες ήταν ισότιμοι συνομιλητές του.
Είναι η σιωπή όσων αποδέχονται αυτόν τον εξευτελισμό.
Γιατί η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός επιλογής προσωπικού.
Είναι κατάθεση ιδεών, αξιών και προτάσεων.
Όταν όμως οι ιδέες υποχωρούν και το μοναδικό διακύβευμα είναι ποιος θα βρει μια θέση στο επόμενο ψηφοδέλτιο, τότε δεν μιλάμε πλέον για πολιτική.
Μιλάμε ότι κάποιοι διαπραγματεύονται την αξιοπρέπειά τους με αντάλλαγμα μια ακόμα τετραετία στα έδρανα της Βουλής.
Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η προσβολή δεν βρίσκεται στα λόγια εκείνου που την εκστομίζει.
Βρίσκεται κυρίως στην προθυμία εκείνων που είναι έτοιμοι να την «καταπιούν».
Γιατί η πολιτική αξιοπρέπεια, όπως και η προσωπική,
δεν χάνεται όταν σε υποτιμούν.
Χάνεται όταν αποδέχεσαι την υποτίμηση ως τίμημα για να έχεις την εύνοια αυτού που σε προσβάλλει, ακόμα και αν σου πετά ψίχουλα.