«Είναι λυπηρό και ντροπή το γεγονός ότι στη δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών παρίστανται μόλις 7 δικηγόροι των θυμάτων, ενώ εκπροσωπούνται 55 οικογένειες».
Διαβάζω από εφημερίδες της περιόδου έναρξης της δίκης των Τεμπών, τις αντιδράσεις για την αίθουσα που επιλέχθηκε για την διεξαγωγή της.
«Οι δικηγόροι των θυμάτων ζήτησαν την εξεύρεση νέας αίθουσας διεξαγωγής της δίκης τονίζοντας ότι, δεν μπορεί να διεξαχθεί η δίκη κάτω από ανθρώπινες συνθήκες στην συγκεκριμένη αίθουσα και διαβλέπουν ότι θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο».
Μάλιστα, κάποιοι έκαναν λόγο ότι θα εισηγηθούν στην Ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος να λάβει απόφαση για αποχή των δικηγόρων από την συγκεκριμένη δίκη.
Ακόμη, η συντονιστική επιτροπή στην ανακοίνωσή της επισημαίνει ότι:
«Δυστυχώς, σήμερα, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, διαπιστώσαμε ότι η επιλεγείσα αίθουσα συνεδρίασης δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την ασφαλή διεξαγωγή της δίκης και την αξιοπρεπή άσκηση των δικαιωμάτων των διαδίκων και κατά συνέπεια, δεν πληροί τους όρους διεξαγωγής δίκαιης δίκης» και προσθέτει: «Η σημερινή εικόνα μας προσβάλλει όλους».
Για ημέρες ακούγαμε ότι η μεγαλύτερη αίθουσα που προσφέρθηκε ποτέ για δικαστική χρήση ήταν τόσο μικρή, ώστε δεν χωρούσαν οι δικηγόροι και οι συγγενείς των θυμάτων «δεν έβλεπαν την έδρα» και ότι μία αίθουσα χωρητικότητας 450 ατόμων αποτελούσε «προσβολή για τη δικαιοσύνη».
Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η αντίστοιχη αίθουσα που διεξήχθη η δίκη για την τραγωδία στο Μάτι, είχε χωρητικότητα 350 έως 400 άτομα με διπλάσια θύματα, περισσότερους συγγενείς και δικηγόρους και πάνω από 200 μάρτυρες.
Θα μπορούσα να επικαλεστώ περισσότερες δηλώσεις και άλλων παραγόντων της δίκης ακόμα και εικόνες σωματικής και λεκτικής βίας από την κυρία Κωνσταντοπούλου αλλά δεν νομίζω ότι έχουν κανένα νόημα.
Όλοι τα γνωρίζουμε. Όλοι τα είδαμε. Όλοι τα ζήσαμε.
Και φτάσαμε στις δηλώσεις του Νίκου Πλακιά να παρουσιάζουν μια αίθουσα, που πριν λίγες μέρες ήταν μικρή για να χωρέσει τους δικηγόρους και τους συγγενείς, να εμφανίζεται σήμερα σχεδόν άδεια και οι απόντες είναι εκείνοι που πρωτοστατούσαν στα επεισόδια.
Πώς γίνεται μια αίθουσα που παρουσιαζόταν ως «ασφυκτικά» μικρή να εμφανίζεται σήμερα με τόσες κενές θέσεις;
Αν κάτι αποδεικνύεται από όλη αυτή την ιστορία, είναι η τεράστια ανακολουθία ανάμεσα σε όσα καταγγέλλονταν τότε και σε αυτά που βλέπουμε σήμερα.
Όταν τα ίδια τα γεγονότα δεν επιβεβαιώνουν την εικόνα που είχε καλλιεργηθεί, τότε η αξιοπιστία όσων πρωτοστάτησαν σε αυτήν την αφήγηση τίθεται αναπόφευκτα σε αμφισβήτηση.
Και όταν οι εικόνες δεν συμβαδίζουν με τις προηγούμενες καταγγελίες, οι πολίτες δικαιούνται να αναρωτηθούν αν παρακολουθούσαν τότε μια ειλικρινή διαμαρτυρία, ή μια οργανωμένη προσπάθεια διαμόρφωσης εντυπώσεων.
Όλα αυτά ευλόγως δημιουργούν την εντύπωση ότι η τοξικότητα εκείνων των ημερών δεν αφορούσε το πρακτικό πρόβλημα της αίθουσας, αλλά χρησιμοποιήθηκε και αυτό, όπως και τόσα αλλά, ως εργαλείο πολιτικής πίεσης και επικοινωνιακού αποπροσανατολισμού.
Και το πραγματικό ερώτημα εδώ είναι το εξής. Πόση προπαγάνδα καταναλώσαμε όλο αυτό το διάστημα, πόση άλλη μπορούμε να αντέξουμε και πόσο αυτή επηρέασε την κρίση μας.
Γιατί η προπαγάνδα λειτουργεί ακριβώς έτσι:
Παίρνει ένα πραγματικό γεγονός, το διογκώνει πέρα από τις πραγματικές του διαστάσεις, το ντύνει με μπόλικο συναίσθημα και το ταυτίζει στο πρόσωπο μιας μάνας που λόγω της ανείπωτης προσωπικής της τραγωδίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, ώστε κάθε διαφωνία να ερμηνεύεται ως έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπό της και όχι ως κριτική σε υπερβολές και ανακρίβειες.
Έτσι όμως δεν αποδίδεται δικαιοσύνη.
Γιατί η δικαιοσύνη έχει ανάγκη από την αλήθεια και όχι από επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
Ίσως λοιπόν, ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουμε την πραγματικότητα από το αφήγημα.
Να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε γεγονός ως υλικό πολιτικής εκμετάλλευσης και να επικεντρωθούμε σε αυτό που πραγματικά έχει αξία.
Στην αλήθεια και στην ανάγκη να διεξαχθεί μια δίκη που θα είναι δίκαιη και χωρίς σκιές.
Γιατί η Δικαιοσύνη δεν υπηρετείται με συνθήματα, ούτε με τοξικότητα και προπαγάνδα.
Υπηρετείται με θεσμούς που λειτουργούν με σεβασμό απέναντι στα θύματα, από μάνες που ζητούν δικαίωση χωρίς να προσβλέπουν σε πολιτικές καριέρες, από δικηγόρους που σέβονται τον θεσμικό τους ρόλο και αντιμετωπίζουν τη αίθουσα ως χώρο απονομής δικαιοσύνης και όχι ως πεδίο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.
Και στο τέλος – τέλος, η δικαιοσύνη δεν απονέμεται στα τηλεοπτικά παράθυρα, ούτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Απονέμεται μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Και αυτές τις αίθουσες οφείλουν να τις σέβονται πρωτίστως οι διάδικοι και να μην τις μετατρέπουν σε αρένα.