ΛΙΤΣΑ ΚΑΡΑΜΠΙΝΗ

Εμείς τον λέγαμε κωλόκαιρο…

«Π
ατέρα, μην βγεις να πας στο καφενείο αύριο. Έρχεται ο Παντελής.»

«Τι λες, ρε Μήτσο, έρχεται ο Παντελής απ’ το χωριό! Κανονίστε να τον φιλέψουμε, να πιούμε κάνα τσίπουρο, να θυμηθούμε τα παλιά…»

«Όχι, πατέρα, ο Παντελής της Μαγδαληνής ο γιος. Παντελής είναι το όνομα που έδωσαν στη κακοκαιρία τούτων των ημερών, με τους βοριάδες, τα χιόνια και τις καταιγίδες. Τώρα οι άνθρωποι δίνουν ανθρώπινα ονόματα στα καιρικά φαινόμενα. Δεν ακούς που το λέει η τηλεόραση;»

«Και γιατί βαφτίζουν τον χιονιά;»

«Και τον χιονιά και τον νοτιά… Έτσι… Μάλλον για να εξοικειώνονται οι άνθρωποι με τις κακές καιρικές συνθήκες, να μην τρομάζουν με τις αλλαγές του καιρού… τι να σου πω, ούτε που ξέρω».

«Άκου, ρε, τα χαϊβάνια! Να εξοικειώνονται, σου λέει. Λες και δεν ξέρει ο καθένας πως τον Χειμώνα κάνει κρύο, φυσάει, βρέχει και χιονίζει. Που και που, άντε και καμιά λιακάδα. Έτσι δεν ήταν, γιε μου, πάντα; Έτσι δεν πορευτήκαμε όλες οι γενιές; Στο χωριό, σαν ήμουνα παιδί, το χιόνι έφτανε δυο μέτρα. Μα ήταν νοικοκυραίοι τότε οι άνθρωποι. Ακόμη και οι πιο φτωχοί. Από το καλοκαίρι είχαν κάμει τα κουμάντα τους και το κελάρι ήταν γεμάτο το Χειμώνα. Λάδι, κρασί, αλεύρι, τουρσιά, όσπρια, ρύζια, κάνα βαρέλι χοιρινό παστό. Τέλος του καλοκαιριού μαζεύαμε τα ξύλα. Κι έτσι περνούσε ο Χειμώνας. Και τον Χειμώνα όλοι ξέραμε πως έκανε κωλόκαιρο. Εμείς παλιά, κωλόκαιρο τον λέγαμε γιατί είχαμε ζωντανά να θρέψουμε και αγροτικές δουλειές που έπρεπε να μείνουνε για πάρα πέρα. Τώρα εσείς, εδώ στην πόλη, με τον κωλόκαιρο τι ζόρι τραβάτε κι όλο, σαν τα χάπατα, κάθεστε ολημερίς ν’ ακούσετε απ’ τα δελτία τον καιρό; Θα οργώσετε, θα σπείρετε, θ’ αρμέξετε τα γίδια; Ή, μπας και δεν έχετε άλλες έννοιες και βαλθήκατε να ονοματίσετε, βήμα βήμα, του χρόνου την περπατησιά;»

«Εγώ, πατέρα, νομίζω ότι είναι ένας λειτουργικός τρόπος η ονοματοδοσία των καιρικών φαινομένων. Το κάνουν και σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα όταν τα φαινόμενα είναι πολύ επικίνδυνα, όπως οι τυφώνες. Και αυτό δεν είναι τωρινό. Στην Καραϊβική, εδώ και δυο αιώνες, όταν γινόταν τυφώνας, αυτός έπαιρνε το όνομα του αγίου που γιόρταζε την ημέρα της εμφάνισής του. Έτσι, αυτό βοηθούσε στην καλλίτερη μετάδοση των πληροφοριών προς το ευρύ κοινό».

«Τρίχες… Εγώ σου λέω ότι κάποιοι, στάλα στάλα σαν το δηλητήριο, βάλθηκαν να γεμίζουν φόβο κι αγωνία τις ψυχές των ανθρώπων για να κουμαντάρονται καλλίτερα. Να, έρχεται ο Παντελής, έρχεται η Φροξυλάνθη… Τρέμε άνθρωπε εσύ για το τι σου ξημερώνει. Δηλαδή, η Σοφία, ο Παντελής, η Υπατία απειλούν το βιός και την ζωή σου. Όχι τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας. Αυτά δεν έχουν όνομα, ενώ ο πραγματικός εχθρός σου έχει, σου λένε. Και λέγεται Παντελής, λέγεται Υπατία… Βρε, αι σιχτίρ, μπελά που βρήκατε να βάλετε στο κεφάλι σας! Και δεν λέτε να προκάνετε να ζήσετε και τον επόμενο Χειμώνα, με τα χιόνια του, με τις βροχές, με τους αέρηδες…»

Ο πατέρας σηκώθηκε, μου έριξε ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο και είπε. «Εγώ στο καφενείο, αύριο, θα πάω. Κι άμα έρθει ο Παντελής αυτός που λες, πες του να έρθει να με βρει να τον φιλέψω τσίπουρο. Έχω ζήσει εγώ χιονιάδες, έχω ζήσει καταιγίδες… Εσύ τώρα, στήσου στην τηλεόραση μπροστά να δεις ξανά το δελτίο του καιρού. Μην σου χαλάω την αγωνία της επόμενης μέρας».

Κι ύστερα, έριξε μια δυνατή πορδή και κλείστηκε στην κάμαρή του.

Πουφ… Άνοιξα το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας. Έξω, στον δρόμο, μια σιγανή βροχή, λειώνει το λιγοστό χαλάζι που έπεσε πριν από λίγο. Ο Παντελής στέκει στην μέση του δρόμου και με κοιτάζει περιπαιχτικά. Τον κοιτάζω κι εγώ ξαφνιασμένος. Δεκέμβρης μήνας και βρέχει… πού το περίεργο! Και η υγρασία σου τρυπάει τα κόκαλα. Σκέφτομαι να τρέξω ξανά στην τηλεόραση να πληροφορηθώ πόσο θα μείνει ο Παντελής εκεί έξω να μουλιάζει τα θεμέλια του σπιτιού μου. Κι αν η βροχή γίνει καταιγίδα κι ωστόσο μου τελειώσουν οι προμήθειες σε τρόφιμα, πού θα βρω, εδώ στο Χαλάνδρι που μένω, να τις αναπληρώσω; Κι αν κοπεί το ρεύμα; Κι αν μου σπάσει αύριο ο αέρας την ομπρέλα;

Μπα, δεν παλεύεται… Κάποιος έχει βαλθεί να με τρελάνει. Κλείνω απότομα έξω από το παράθυρο τον Παντελή. Εκείνος μου χτυπάει το τζάμι με χοντρές σταγόνες βροχής. Η βροχή δυναμώνει. Σαν γαρμπίλι ψιλό.

Έχει κωλόκαιρο απόψε, μονολογώ. Κι ύστερα χαμογελάω.

Εντάξει, ρε φίλε, Χειμώνας είναι.

 

karalitsa2@gmail.com