ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΣΙΟΥΤΑΣ

Άδεια Έδρανα

«Η Αγγλία έχει δύο Βουλάς την Άνω και την Κάτω.

Ημείς (Ελλάδα) έχομεν μίαν Βουλήν άνω-κάτω!»

Εμμανουήλ Ροΐδης πριν 130 χρόνια.

 

Ζούμε σε ένα υγιές πολιτικό περιβάλλον.

Βλέπεις αποσπάσματα από τις συζητήσεις στην βουλή με ένα αποκαρδιωτικό θέαμα.

Ένας ομιλητής στο βήμα και στα έδρανα σκόρπια κεφάλια.

Έβλεπα κάποια στιγμή ένα βουλευτή να αναπτύσσει την ρητορική του με στόμφο λες και απευθύνονταν σε ένα πολυπληθές ακροατήριο και από κάτω ήταν πέντε άτομα.

Μηχανικά χαιρετούν ανύπαρκτους παρόντες, μηχανικά αναπτύσσουν τις θεωρίες τους, μηχανικά αγανακτούν, μηχανικά εξοργίζονται, μηχανικά αυτοθαυμάζονται.

Οι ατάκες εκτοξεύονται στην αίθουσα, χωρίς παραλήπτες.

Μοιάζουν με ηχογραφημένα μηνύματα ραδιοφώνου που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά χωρίς ορατούς αποδέκτες.

Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι αν η Βουλή λειτουργεί ως χώρος διαλόγου ή ως σκηνικό μιας παράστασης χωρίς θεατές.

Γίνεται συζήτηση «προ ημερήσιας διάταξης» ανοίγει την συζήτηση ο πρωθυπουργός και αποχωρεί από την αίθουσα χωρίς να ακούσει τις απαντήσεις των υπολοίπων αρχηγών.

Μιλά ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταγγέλλει την απουσία του πρωθυπουργού και συγχρόνως αποχωρεί και αυτός από την αίθουσα αδιαφορώντας για αυτά που έχουν να πουν οι αρχηγοί των άλλων κομμάτων.

Η αίθουσα σιγά σιγά αδειάζει.

Μένει στην θέση του προέδρου κάποιος από τους αντιπροέδρους για να συντονίζει τους «μονολόγους» των ομιλητών και στα έδρανα πέντε- έξι βουλευτές από τους τριακόσιους.

Καταγράφονται απαξιωτικές απουσίες για την λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος ακόμα και στην πενθήμερη συζήτηση του προϋπολογισμού, την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία κάθε χρονιάς.

Μετά την πρώτη μέρα συζήτησης που η παρουσία του πρωθυπουργού και των αρχηγών των κομμάτων «αναγκάζει» τους βουλευτές να βρίσκονται στην ολομέλεια, τις επόμενες μέρες τα έδρανα είναι άδεια παρότι ο κανονισμός της Βουλής προβλέπει κυρώσεις που ποτέ δεν έχουν επιβληθεί.

Και η «συζήτηση» συνεχίζεται σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Ο επόμενος ομιλητής ανεβαίνει στο βήμα, ευχαριστεί τον πρόεδρο, χαιρετά και αυτός τους ανύπαρκτους συναδέλφους του και αρχίζει να αναπτύσσει τις θέσεις του σε μια αίθουσα που θυμίζει περισσότερο χώρο αναμονής ιατρείου παρά το κέντρο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Και τότε αναρωτιέσαι:

Αν οι ίδιοι οι πολιτικοί δεν θεωρούν αρκετά σημαντικά όσα λέγονται ώστε να παραμείνουν να τα ακούσουν, γιατί να τα θεωρήσουν σημαντικά οι πολίτες;

Αν ο πρωθυπουργός δεν ακούει την αξιωματική αντιπολίτευση και η αξιωματική αντιπολίτευση τους υπόλοιπους αρχηγούς των κομμάτων που ακριβώς βρίσκεται ο διάλογος;

Η εικόνα είναι αποκαρδιωτική.

Τριακόσιοι εκλεγμένοι εκπρόσωποι ενός ολόκληρου λαού και στο τέλος της διαδικασίας, η πιο σταθερή παρουσία στην αίθουσα είναι ο άνθρωπος που φροντίζει να υπάρχει νερό στο βήμα.

Εκείνος τουλάχιστον παραμένει στη θέση του μέχρι τέλους.

Και κάπως έτσι η Βουλή καταλήγει να μοιάζει με θέατρο μετά το τέλος μιας αποτυχημένης παράστασης.

Οι πρωταγωνιστές έχουν φύγει, οι θεατές δεν υπήρξαν ποτέ και οι λέξεις χάνονται μέσα σε μια αίθουσα που αδειάζει όλο και περισσότερο οχι μόνο από βουλευτές, αλλά και από το κύρος που κάποτε είχε ο κοινοβουλευτισμός.

Γιατί η απαξίωση των θεσμών δεν έρχεται μόνο από τις μεγάλες κρίσεις και τα μεγάλα σκάνδαλα.

Έρχεται και από αυτές τις μικρές, καθημερινές εικόνες αδιαφορίας που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, ώστε κάποια στιγμή περνούν απαρατήρητες.

Κι ίσως εκεί να κρύβεται το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Γιατί όταν μια δημοκρατία συνηθίσει τα άδεια έδρανα, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να αδειάσει και από το περιεχόμενό της.

Και το πιο αποκαρδιωτικό δεν είναι η εικόνα των άδειων εδράνων.

Είναι η απόλυτη εξοικείωση όλων με αυτήν.

Κανείς δεν φαίνεται να ενοχλείται. Ούτε αυτοί που μιλούν, ούτε αυτοί που λείπουν, ούτε εμείς που παρακολουθούμε.

Σαν να έχουμε αποδεχτεί ως φυσιολογική αυτή την μίζερη εικόνα των άδειων εδράνων.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι η δική τους ανευθυνότητα.

Η ανευθυνότητα άλλωστε, ήταν πάντα παρούσα στην πολιτική σκηνή.

Αλλά η δική μας ανοχή σε αυτήν.

Το πόσο εύκολα αποδεχόμαστε την υποβάθμιση του δημόσιου λόγου. Το πόσο χαμηλά κατεβαίνει ο πήχης χωρίς να αντιδρούμε.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη προσβολή προς τον πολίτη.

Όχι η ανακολουθία λόγων και έργων.

Αυτή δυστυχώς εδώ και δεκαετίες την έχουμε συνηθίσει και σχεδόν τη θεωρούμε αυτονόητη.

Η μεγαλύτερη προσβολή είναι ότι απουσιάζουν ακόμη και από τον χώρο όπου οφείλουν να εκπληρώνουν το καθήκον για το οποίο εξελέγησαν.

Όταν απουσιάζουν από την Βουλή δεν απαξιώνουν μόνο το Κοινοβούλιο.

Απαξιώνουν την ίδια τη λαϊκή εντολή.