«Για να έχουμε καθαρό μέτρο σύγκρισης, τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες ενέκριναν περίπου 2.000 στεγαστικά δάνεια τον χρόνο. Σήμερα, μέσα σε μόλις δύο χρόνια, έχουμε φτάσει συνολικά στα 30.000 σπίτια. Αυτή είναι η ουσιαστική ενίσχυση της αγοράς και, κυρίως, της κοινωνίας», πρόσθεσε.
Αναφορικά με τις τιμές των ακινήτων που διατίθενται μέσω των προγραμμάτων, σημείωσε ότι σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος δεν παρουσιάζουν αυξημένη τιμή σε σχέση με την υπόλοιπη αγορά. Αυτό οφείλεται στο ότι «βγήκαν ξανά στην αγορά πολλά κλειστά σπίτια που παρέμεναν κλειδωμένα και επιβάρυναν τους ιδιοκτήτες με πάγια κόστη χωρίς κανένα όφελος».
Η κ. Μιχαηλίδου ανακοίνωσε ότι άνοιξαν σήμερα οι αιτήσεις για την πλαστική Κάρτα Αναπηρίας, η οποία αναγνωρίζεται σε όλη την Ευρώπη, δίνει στο Άτομο με Αναπηρία πρόσβαση σε όλα τα μέσα του ΟΑΣΑ και λειτουργεί ως δικαιολογητικό για μηδενικό ή μειωμένο εισιτήριο στα υπόλοιπα μέσα μεταφοράς. «Για να έχει αξιοπρέπεια ένας πολίτης με αναπηρία, το κράτος οφείλει να του παρέχει τις κατάλληλες υπηρεσίες», επεσήμανε.
«Με τη νέα Κάρτα Αναπηρίας, ένα Άτομο με Αναπηρία μπορεί να πάρει το μετρό, να πάει στην Ακρόπολη, να ανέβει με το αναβατόριο στον Ιερό Βράχο και να θαυμάσει τον ελληνικό πολιτισμό χωρίς εμπόδια», σημείωσε.
Επίσης, αναφέρθηκε στην πλατφόρμα προσβασιμότητας, που παραμένει ανοιχτή, με σημαντικά απλουστευμένη διαδικασία: «Μπορεί κάποιος να κάνει αρκετές εργασίες προσβασιμότητας στο σπίτι ή στον χώρο εργασίας του χωρίς χαρτί μηχανικού. Όπου απαιτείται όμως χαρτί μηχανικού, αυξήσαμε την αμοιβή του στα 900 ευρώ».
Η υπουργός ξεκαθάρισε ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ιδρύματα δεν είναι «ορφανά», αλλά παιδιά με γονείς που έχουν κριθεί από τις Αρχές ως κακοποιητικοί ή παραμελητικοί.
«Ο εισαγγελέας αποφασίζει προσωρινά την τοποθέτηση σε ίδρυμα και στη συνέχεια το δικαστήριο κρίνει -όχι σε δύο ή τρία χρόνια αλλά σε βάθος χρόνου- αν μια οικογένεια μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια της για να φροντίσει το παιδί της», τόνισε.
Όπως υπογράμμισε, στην πλειονότητά τους τα παιδιά που σήμερα ζουν σε ιδρύματα δεν είναι κατάλληλα για υιοθεσία: «Εννέα στα δέκα παιδιά είναι άνω των έξι ετών και εννέα στα δέκα είναι κατάλληλα μόνο για αναδοχή. Κι όμως, η κοινωνία συνεχίζει να ζητά κυρίως βρέφη για υιοθεσία», επεσήμανε.
Αναφερόμενη στην πρόοδο των τελευταίων ετών, σημείωσε: «Από το 2020 έχουμε καταφέρει να βγάλουμε τα μισά παιδιά από τα ιδρύματα. Ήταν 2.500 και σήμερα έχουμε φτάσει στα 1.100.»
Και έκλεισε με την ουσία της μεταρρύθμισης: «Αυτό που χρειάζεται κάθε παιδί, ανεξαρτήτως ηλικίας, είναι μια σταθερή, ασφαλής οικογένεια».
