«Το δημογραφικό είναι ένα από εκείνα τα ζητήματα που δεν χωρούν μόνο σε αριθμούς και στατιστικές», τόνισε ο κ. Χαρδαλιάς, επισημαίνοντας ότι η αξία της ημερίδας έγκειται στη σύνθεση λύσεων και στη συνάντηση όλων των δυνάμεων που μπορούν να συμβάλουν, δηλαδή της επιστημονικής κοινότητας, της Πολιτείας, της Αυτοδιοίκησης, της αγοράς και των ίδιων των οικογενειών.
Ο Περιφερειάρχης υπογράμμισε ότι στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο, με τη μείωση των γεννήσεων, τη γήρανση του πληθυσμού και τις δυσμενείς μακροπρόθεσμες προβλέψεις να καθιστούν αναγκαία την άμεση κινητοποίηση. Ανέφερε μάλιστα, ότι πίσω από τις στατιστικές βρίσκονται νέοι άνθρωποι που δυσκολεύονται να κάνουν το επόμενο βήμα, ζευγάρια που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας και γονείς που προσπαθούν καθημερινά να συνδυάσουν την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Περιφερειάρχης χαρακτήρισε το δημογραφικό ως μία από τις μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις για τη χώρα, τονίζοντας ότι η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. «Δεν αρκούν πλέον ούτε οι προθέσεις, ούτε οι διαθέσεις, ούτε οι αναλύσεις. Χρειάζεται σχέδιο. Συνέχεια. Συντονισμός», σημείωσε, για να προσθέσει με έμφαση: «Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε πατριωτικά. Και χρειάζεται γενναιότητα στις αποφάσεις, στα μέτρα και στις πολιτικές μας».
Όπως ανέφερε, το δημογραφικό συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη, την εργασία, τη στέγαση, την παιδεία, την υγεία, τη φροντίδα και συνολικά με την ποιότητα ζωής. «Ένα νέο ζευγάρι δεν αποφασίζει να δημιουργήσει οικογένεια επειδή απλώς υπάρχει ένα οικονομικό επίδομα», είπε, εξηγώντας ότι η απόφαση αυτή προϋποθέτει σταθερό εισόδημα, πρόσβαση σε κατοικία, σύγχρονες δομές φροντίδας, ασφαλή σχολεία και λειτουργικές γειτονιές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Αττική, όπου, όπως επισήμανε, συνυπάρχουν διαφορετικές δημογραφικές τάσεις και ανάγκες: από περιοχές του κέντρου και του Πειραιά όπου η γήρανση είναι εντονότερη, έως περιοχές της Ανατολικής και της Δυτικής Αττικής που εξακολουθούν να προσελκύουν νεότερα νοικοκυριά. Για τον λόγο αυτό, σημείωσε, η απάντηση στο δημογραφικό πρέπει να συνδέεται και με μια νέα αντίληψη για την περιφερειακή ανάπτυξη και την καθημερινή ζωή.
Σε αυτή την κατεύθυνση, τόνισε ότι η Περιφέρεια αξιοποιεί τους ευρωπαϊκούς πόρους του Προγράμματος «Αττική 2021–2027» για τη στήριξη της οικογένειας, πρωτίστως με τη διάθεση περίπου 336 εκατ. ευρώ για 117.000 voucher, που καλύπτουν την ένταξη σχεδόν 132.000 παιδιών σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές προσχολικής αγωγής, ΚΔΑΠ και ΚΔΑΠ ΑμεΑ. «Η δυνατότητα κάθε παιδιού να έχει ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στη φροντίδα και στη δημιουργική απασχόληση δεν αποτελεί για εμάς απλώς μια διοικητική υποχρέωση. Είναι αδιαπραγμάτευτη κοινωνική αξία», υπογράμμισε ο κ. Χαρδαλιάς και πρόσθεσε ότι η Περιφέρεια επενδύει παράλληλα σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, νέες σχολικές μονάδες και στην αναβάθμιση εκπαιδευτικών υποδομών.
Ο Περιφερειάρχης συνέδεσε επίσης την κοινωνική συνοχή με την οικονομική ασφάλεια και την απασχόληση, αναφέροντας ως παράδειγμα το πρόγραμμα «Attiki On», μέσω του οποίου διατίθενται 99,5 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση 1.044 μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Παράλληλα, στάθηκε στο πρόγραμμα των 352 έργων και παρεμβάσεων στις 66 γειτονιές της Αττικής, επισημαίνοντας ότι έχει ήδη δρομολογηθεί το 58,81% των έργων με ορίζοντα το 2028. «Είναι, τελικά, όλα εκείνα που μπορούν να κάνουν την Αττική έναν τόπο όπου ένας νέος άνθρωπος θα θέλει όχι μόνο να εργαστεί, αλλά να μείνει, να δημιουργήσει και να μεγαλώσει την οικογένειά του», σημείωσε.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Χαρδαλιάς επισήμανε την ανάγκη συνεκτικής εθνικής στρατηγικής, με διάρκεια, συνέχεια και μετρήσιμους στόχους, ενώ αναφέρθηκε στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό και επανέλαβε ότι απαιτούνται «γενναιότερες αποφάσεις», μέσα στις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, αλλά με σαφή προτεραιοποίηση του ζητήματος. Όπως σημείωσε, η εθνική αυτή προσπάθεια οφείλει να περιλαμβάνει οικονομικά κίνητρα για τη γέννηση παιδιών, πολιτικές στέγασης για νέα ζευγάρια, ενίσχυση των δομών φροντίδας, στήριξη της εργαζόμενης μητέρας, γονικές άδειες και παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των πληθυσμιακών ανισορροπιών.
«Η μάχη απέναντι στην υπογεννητικότητα δεν θα κερδηθεί ούτε με ευχές, ούτε με τις διαθέσεις, ούτε με τις αναλύσεις. Η στιγμή για δράση είναι τώρα. Με σχέδιο. Με συνεργασία. Με συνέπεια. Και πάνω απ’ όλα, με πίστη στις δυνατότητες της πατρίδας μας, με πίστη στη νέα γενιά» κατέληξε ο κ. Χαρδαλιάς.
Την εκδήλωση χαιρέτισαν, μεταξύ άλλων, η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου, ο Πρόεδρος ΔΣ της Eurobank Γιώργος Ζανιάς, ο εκδότης και Διευθυντής του ομίλου Media2Day Γιώργος Παπανικολάου κ.α.
Σημαντική μείωση των γεννήσεων στην Ελλάδα μετά το 2009
Σημαντικές αλλαγές επήλθαν μετά το 1950 στην γεννητικότητα στη χώρα μας, καθώς οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίσθηκαν στις 67 χιλ. το 2024-2025 ενώ η μέση ηλικία απόκτησης των παιδιών αυξήθηκε κατά 6 σχεδόν έτη (από 26,2 στα 32,2 έτη αντίστοιχα). Πρόκειται για στοιχεία έρευνας του αφυπηρετήσαντα καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη.
Η μείωση των γεννήσεων που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται -αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που είχαμε μια μικρή αύξηση εξαιτίας κυρίως της μαζικής μετά το 1990 εισόδου αλλοδαπών- οφείλεται, σύμφωνα με την έρευνα, στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 απέκτησαν 2,0 παιδιά ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5.
Η μείωση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας που από 2.200 παιδιά/1.000 γυναίκες το 1979-80, έχουν περιορισθεί στα 1.240 το 2024-2025. Την ίδια δε περίοδο, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων τα φυσικά ισοζυγία συρρικνώνονται, και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά. Έτσι αν το 1971-80 είχαμε 638 χιλ. περιστέρες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίσθηκε στις 276 χιλ. και την μεθεπόμενη στις 22 χιλ., ενώ την δεκαετία 2011-20 είχαμε 267 χιλ. περισσοτέρους θανάτους από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία 2021-2025 290 χιλ.
Οι γεννήσεις στη χώρα μας, όπως αναφέραμε ήδη, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, από 117,7 χιλ. την διετία 2008-2009 περιορίζονται σε 66,7 χιλ. το 2024-25 και στην κατάρρευσή τους αυτή συνέβαλε και η πρόσφατη μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών (- 480 σχεδόν χιλ. και – 28%) που οφείλεται κυρίως στο ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότεροι νέοι και νέες εξαιτίας της μετά το 1980 προαναφερθείσας πτώσης των γεννήσεων, και, δευτερευόντως, εξαιτίας του αρνητικού μετά το 2010 μεταναστευτικού ισοζυγίου στις ηλικίες αυτές.
Εξετάζοντας ειδικότερα τις μεταβολές σε χαμηλότερα του εθνικού επίπεδα για την περίοδο 2009-2024 για την οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, διαθέτουμε δεδομένα ανά νομό θα διαπιστώσουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, ενώ οι γεννήσεις ανάμεσα στα δυο αυτά έτη στην χώρα μας μειώθηκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλ.), σε 6 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση υπερέβη το 50% και σε άλλους 10 κυμάνθηκε από 45- 50%, ενώ στον αντίποδα σε 6 νησιωτικούς νομούς ήταν μικρότερη του 30%, και σε δυο από αυτούς-Κυκλάδες και Ζάκυνθο- μικρότερη ακόμη και του 15%.
Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση των θανάτων άλλαξαν ριζικά και την αναλογία θάνατοι ανά 100 γεννήσεις ανάμεσα στο 2009 και το 2024.
Αν δε λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές της θνησιμότητας και δημιουργήσουμε τον λόγο θάνατοι ανά 100 γεννήσεις τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, θα διαπιστώσουμε πως ενώ το 2009 αντιστοιχούσαν στη χώρα μας 92 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, το 2024 αντιστοιχούν πλέον 184. Σε περιφερειακό όμως επίπεδο ο δείκτης αυτός το 2024 κυμαίνεται από 79 έως 276. Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τις τέσσερεις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) είχαν και το 2024 λιγότερους θανάτους από γεννήσεις (λόγος <100) και σε άλλους 5 οι θανάτου ήταν λίγο περισσότεροι (λόγος 101- 25). Αντιθέτως σε δεκαεπτά νομούς που βρίσκονται όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Οι διαφορές δε ανάμεσα στους 3 νομούς της Κρήτης, τα Δωδεκάνησα, Ξάνθη και στους 9 της ηπειρώτικης Ελλάδας (Τρικάλων, Αρκαδίας, Κιλκίς, Καρδίτσας, Άρτας, Ευρυτανίας, Φωκίδας, Γρεβενών και Σερρών) στους οποίους αντιστοιχούν 2 ή και περισσότεροι ακόμη θάνατοι ανά γέννηση, είναι σημαντικές. Δεν είναι δε τυχαίο ότι οι νομοί με αναλογία μεγαλύτερη του 175/100 συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ανάμεσα στο 2009 και το 2025 με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ από τις εντονότερες μειώσεις ( >-10%) του πληθυσμού τους, ενώ αντιθέτως σε όσους η αναλογία αυτή ήταν μικρότερη του 125/100 συγκαταλέγονται στην ομάδα εκείνη που κατέγραψε είτε μια περιορισμένη μείωση, είτε ακόμη και μια μικρή αύξηση.
Τίθεται φυσικά το ερώτημα: Που οφείλονται οι σημαντικές αυτές διαφοροποιήσεις; Για να απαντήσουμε, σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Κοτζαμάνης, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε -απλοποιώντας στο έπακρο-, ότι:
1) Οι γεννήσεις κάθε χρονιά σε κάθε ενότητα εξαρτώνται βασικά από το πλήθος των γυναικών 25-45 ετών (γυναικών που ανήκουν προφανώς σε διαφορετικές γενεές, καθώς οι νεότερες από αυτές έχουν γεννηθεί πριν από 25 χρόνια και οι μεγαλύτερες πριν από 45 χρόνια) και από την τελική τους γονιμότητα, τον αριθμό δηλ. των παιδιών που θα αποκτήσουν όσες τεκνοποιούν την ίδια χρονιά ανάμεσα στα 25 και τα 45 τους, και, 2) ο αριθμός των θανάτων κάθε χρονιά εξαρτάται βασικά από το πλήθος των ηλικιωμένων ατόμων σε κάθε ενότητα και από τις ανά ηλικία πιθανότητες θανάτου την ίδια χρονιά. Έτσι πχ. αν δυο ενότητες έχουν κάποια χρονιά τον ίδιο αριθμό κατοίκων (100.000) αλλά στην μεν πρώτη οι γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών είναι 30.000 ενώ στην δευτερη15.000, ενώ και στις δυο οι γυναίκες κατανέμονται ανά ηλικία με τον ίδιο τρόπο έχοντας ταυτόχρονα τα ίδια ανά ηλικία ποσοστά γονιμότητας θα καταγράψουμε στην πρώτη τον διπλάσιο αριθμό γεννήσεων από την δεύτερη. Η, ακόμη αν στις δυο αυτές ενότητες οι 65 ετών και άνω είναι 15.000 και 30.00 αντίστοιχα, ενώ η κατανομή τους και οι πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία είναι η ίδια, θα έχουμε στην δεύτερη τον διπλάσιο αριθμό θανάτων.
Τα παραπάνω, εξηγεί ο ερευνητής, μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε σε μεγάλο βαθμό, την διαφοροποιημένη ανά νομό μεταβολή τόσο των γεννήσεων όσο και των Φυσικών Ισοζυγίων ανάμεσα στο 2009 και το 2024.
Ειδικότερα:
Ι) Οι νομοί με τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις των γεννήσεων είχαν αφενός μεν στην γενεά του 1960 χαμηλή γονιμότητα (μικρότερο αριθμό παιδιών/γυναίκα) και ταχύτερη και έντονη συρρίκνωσή της στις επόμενες γενεές, αφετέρου δε ταχύτερη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας
ιι) Οι νομοί που είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους όσο και από πολύ νεανικότερους πληθυσμούς, καθώς συγκράτησαν ένα μεγάλο τμήμα των νέων τους ενώ προσέλκυσαν και άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.
Οι διαφοροποιημένοι επομένως ανά νομό ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας των γενεών και αύξησης της δημογραφικής γήρανσης σε συνδυασμό με την διαφοροποιημένη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση είναι οι βασικές αίτιες των προαναφερθεισών μεταβολών ανάμεσο 2009 και το 2024 .
Συμπερασματικά, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, την τελευταία δεκαπενταετία καταγράφεται μια κατάρρευση των γεννήσεων (-42%) πολύ εντονότερη από αυτήν της δεκαετίας του ’80, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31% (από 148 το 1980 στις 102 χιλ. το 1990). Μια τρίτη δε περίοδος σημαντικής σχετικά μείωσης (-15%) σε όλα τα σενάρια εξέλιξης της γονιμότητας και της θνησιμότητας αναμένεται εκ νέου ανάμεσα στο 2045 και το 2060, καθώς την περίοδο αυτή θα φθάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι γεννηθέντες το 2010-29 που υπολείπονται κατά 450 χιλ. των αντίστοιχων της εικοσαετίας 1990-2009.
