Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το ασυμβίβαστο βουλευτού και υπουργού, το οποίο οδηγεί τελικά σε μια μη κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Ο εκάστοτε Πρωθυπουργός θα μπορεί να επιλέξει για υπουργούς εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες, τεχνοκράτες, καθηγητές, επιστήμονες, αγρότες, οποιονδήποτε θελήσει, όπως μπορεί άλλωστε να κάνει και σήμερα, χωρίς να υπάρχει ασυμβίβαστο. Αν με το ασυμβίβαστο που προτείνει ο Πρωθυπουργός, επιλέξει κάποιους από τους βουλευτές του, θα πρέπει εκείνοι να παραιτηθούν από το βουλευτικό αξίωμα για όσο διάστημα θα είναι υπουργοί και υφυπουργοί και να αντικατασταθούν προσωρινά έστω από επιλαχόντες βουλευτές. Πέραν των πολλών πρακτικών και θεσμικών ζητημάτων που προκύπτουν από αυτή την διάταξη, δημιουργούνται και πολλά αντικίνητρα για τους πολίτες που θέλουν να πολιτευτούν. Η φιλοδοξία όσων εκλέγονται βουλευτές είναι να γίνουν υπουργοί.
Ακόμη όμως κι αν θεωρήσουμε ότι ισχύει αυτό το μέτρο, με στόχο να σταματήσουν οι υπουργοί να μετράνε το πολιτικό κόστος ή να εξυπηρετούν την περιφέρεια τους, αυτό δεν εξασφαλίζεται. Πρώτον διότι ακόμη κι αν δεν μετράνε το πολιτικό κόστος των αποφάσεων τους ως υπουργοί, θα το μετράει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Αλλά και οι ίδιοι, πάντα θα έχουν στο μυαλό τους ότι θα πρέπει να επανεκλεγούν στις επόμενες εκλογές, συνεπώς παρόλο που προσωρινά δεν θα είναι βουλευτές, θα συνεχίσουν να μετράνε το πολιτικό κόστος και να εξυπηρετούν την περιφέρεια και τους ψηφοφόρους τους με κάθε λογής ρουσφέτια. Όσον αφορά στους τεχνοκράτες υπουργούς, μπορεί να μην κάνουν ρουσφέτια στους ψηφοφόρους τους, αλλά να κάνουν ρουσφέτια σε επιχειρηματίες για ίδιον όφελος. Ο πειρασμός είναι μεγάλος στην υπουργική καρέκλα.
Πολλοί βουλευτές όλων των κομμάτων και φυσικά της κυβέρνησης, επικρίνουν αυτές τις προτάσεις του Πρωθυπουργού και θεωρούν ότι βλάπτουν τον κοινοβουλευτισμό.
Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι αυτό σόι προτάσεις προέρχονται από ισχυρά κυβερνητικά στελέχη που δεν είναι βουλευτές και που έχουν ίδιο όφελος να πολεμήσουν τον κοινοβουλευτισμό. Κάποιοι κυβερνητικοί βουλευτές ονομάζουν τους τεχνοκράτες υπουργούς της κυβέρνησης «αρχοντόπουλα» διότι έχουν θέσεις ισχύος χωρίς να έχουν εκλεγεί.
Τίθεται πάντως τώρα στο τραπέζι ένα ζήτημα που απασχολεί πολλά χρόνια την ελίτ -κυρίως- της ελληνικής κοινωνίας και που σχετίζεται με την ικανότητα των εκλεγμένων βουλευτών να αναλάβουν κρίσιμα υπουργικά πόστα. Οι τεχνοκράτες του ιδιωτικού τομέα, πολλοί σπουδασμένοι, πετυχημένοι και ικανοί άνθρωποι, απορούν για τις επιδόσεις όλων των υπουργών ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, ακόμη και για τις σκοπιμότητες τους. Θεωρούν πως τίποτε δεν αλλάζει στη χώρα, επειδή οι πολιτικοί δεν τολμούν να κάνουν μεταρρυθμίσεις, από το φόβο του πολιτικού κόστους. Πολλοί είναι εκείνοι που θα ήθελαν μια κυβέρνηση χωρίς κανένα βουλευτή, που θα αναλάβει να ξεκαθαρίσει την κόπρο του Αυγείου και να προωθήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις χωρίς να νοιάζεται για το πολιτικό κόστος.
Η προσέγγιση αυτή είναι επικίνδυνη για τη δημοκρατία. Διότι ηγεσίες που δεν εκλέγονται λειτουργούν με άλλα κίνητρα, αντίθετα πολλές φορές από τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των πολιτών. Λαμπρό παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Κομισιόν, η οποία λειτουργεί αδιαφορώντας για τα συμφέροντα των χωρών μελών, εξυπηρετώντας υποτίθεται ένα ανώτερο σκοπό, ενώ στην πραγματικότητα η πολιτική της καθορίζεται από τα πολλά ισχυρά λόμπι των Βρυξελλών που δουλεύουν για τα συμφέροντα των πελατών τους.
Πέραν αυτού, η ανάληψη της διακυβέρνησης μιας χώρας από μη εκλεγμένους αλλά πατριώτες, ικανούς και άριστους, είναι η ιδεολογική, ας πούμε, βάση των δικτατοριών.
Όλοι οι δικτάτορες υποτίθεται ότι προστατεύουν ή σώζουν τη χώρα τους. Πράγμα που φυσικά καμία σχέση με την πραγματικότητα δεν έχει.
Όσον αφορά στον αριθμό των βουλευτών, θα μπορούσε κανείς να δεχτεί ότι είναι ενδεχομένως και επιθυμητό, ή σε κάθε περίπτωση πρακτικά εφικτό, να μειωθεί ο αριθμός των βουλευτών σε 250, όπως εισηγείται ο πρωθυπουργός, αλλά και πάλι δεν προσφέρει κάτι αυτό στη δημοκρατία της χώρας, ούτε εξασφαλίζει υψηλότερη ποιότητα βουλευτών.
Οι βουλευτές είναι αυτοί που διαλέγουν οι πολίτες για να τους εκπροσωπήσουν και αυτό καλούνται να κάνουν. Είναι καθήκον τους να προωθούν τα συμφέροντα των ψηφοφόρων τους, όπως πρέπει να εκφράζουν τις απόψεις και τις αγωνίες των ψηφοφόρων τους. Αυτό είναι δημοκρατία. Κάθε άλλη επιλογή είναι περιοριστική για τη δημοκρατία και επικίνδυνη.
Αν θέλει πράγματι ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης να αλλάξει κάτι, αυτό πρέπει να συνδυάζει ισχυρή και ικανή δημόσια διοίκηση η οποία θα εξυπηρετεί συμφωνημένους από όλα τα κόμματα της βουλής «εθνικούς στόχους» στους βασικούς τομείς, ανεξαρτήτως του ποιος θα είναι κυβέρνηση.
nikolopoulos@reporter.gr