ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΣΙΟΥΤΑΣ

Ο Κόσμος που Φτιάξαμε

Ε
χω ζήσει όλα τα πολιτικά γεγονότα από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.

Τον φανατισμό και την τοξικότητα κάθε εποχής, που άφησαν το στίγμα τους στην κοινωνία.

Τις πολιτικές αντιπαραθέσεις του Κ. Καραμανλή και του Α. Παπανδρέου το 1981 που χαρακτηρίστηκαν από μια δύσκολη «συγκατοίκηση».

Γνώρισα τις μαύρες εποχές των «πράσινων» και «μπλε» καφενείων της δεκαετίας του 80 που η αντιπαλότητα είχε χτυπήσει κόκκινο σε τέτοιο βαθμό, που οι θαμώνες τους έπιναν τον καφέ τους σε φλιτζάνια που είχαν πάνω διακοσμημένο το έμβλημα του κόμματος που υποστήριζαν.

Παρακολούθησα τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του 1985 που ήταν η κορύφωση της πόλωσης και του «Τσοβόλα δώστα όλα».

Την εκλογή στην ηγεσία της Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ως «αντι-Ανδρέας» προσωπικός εχθρός του Α. Παπανδρέου που επανέφερε τις εντάσεις μιας ταραγμένης εποχής, με αναφορές στα Ιουλιανά του 1965 και την «αποστασία».

Έζησα τον «Αυριανισμό» και την λάσπη στον ανεμιστήρα, που η χυδαιότητα βαφτίστηκε αρετή και η συκοφαντία πολιτική στάση.

Το «βρώμικο 89» της περιόδου 1989-1992 η οποία σημαδεύτηκε από την «ανίερη συμμαχία» Ν.Δ και Αριστεράς (Συνασπισμός) που σαν στόχο είχε την πολιτική εξόντωση του Ανδρέα Παπανδρέου.

Τον φανατισμό που επικράτησε χωρίς κανόνες, τις επιθέσεις στον ίδιο τον Ανδρέα για το σκάνδαλο Κοσκωτά, το ειδικό δικαστήριο, την βίλα της Εκάλης, τις γυμνές φωτογραφίες της Δ. Λιάνη και το πρωτοσέλιδο μαύρο της Ελευθεροτυπίας.

Ακόμα και όταν έλειψαν αυτές οι ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες και μπήκαμε στην εποχή των «διαχειριστών της εξουσίας» όπως ήταν ο Κ. Σημίτης, ο Κώστας Καραμανλής, ο Γ. Παπανδρέου, ο Α. Σαμαράς και ο Α. Τσίπρας δεν έλειψαν οι εντάσεις.

Από το 2010 όμως και μετά, νιώθω ότι ο φανατισμός, το μίσος και ο διχασμός που κυριαρχεί στην κοινωνία δεν έχει προηγούμενο.

Και τι δεν ακούσαμε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων.

Για «προδότες» για «Γερμανοτσολιάδες», για «Μερκελιστές» που συνοδεύτηκαν από ξυλοδαρμούς υπουργών και ότι μπορούσε να σκεφτεί το άδειο μυαλό κάθε «αγανακτισμένου επαναστάτη».

Και φτάσαμε στο σήμερα που ζούμε σε μια κοινωνία που βράζει.

Η τοξικότητα που καλλιεργείται από τα κόμματα και μεταφέρεται στους πολίτες έχει ξεπεράσει κάθε όριο, δηλητηριάζοντας την κοινωνική ζωή.

Ζούμε σε ένα σάπιο πολιτικό περιβάλλον.

Τους ακούς όλους και αναρωτιέσαι πόσο κάτω μπορούν να φτάσουν.

Βλέπεις τον διχασμό στις αντιπαραθέσεις των αρχηγών των κομμάτων και τις ακρότητες των βουλευτών στην βουλή, με συμπεριφορές πεζοδρομίου χωρίς σεβασμό στον χώρο και αναρωτιέσαι.

Αν αυτοί είναι οι 300 εκλεκτοί του ελληνικού λαού, ποιες είναι οι ευθύνες της κοινωνίας που τους επέλεξε;

Ζήσαμε τις ακρότητες χωρίς όρια στην εξεταστική επιτροπή φιάσκο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που θύμιζε περισσότερο θέατρο του παραλόγου, παρά μηχανισμό αναζήτησης ευθυνών.

Ειρωνείες, καταγγελίες και αγωγές μεταξύ των βουλευτών της επιτροπής, ανόητες ερωτήσεις, προκλητικές απαντήσεις, ένταση και πάθος, χωρίς τήρηση των κανόνων σε μία προσπάθεια να επικρατήσει αυτός που «φωνάζει» περισσότερο.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο χωρίς μέτρο και ουσία.

Το μόνο που προσέφερε ήταν αρκετά highlights της Κωνσταντοπούλου για τα δελτία των οκτώ.

Ακούς τους αρχηγούς των κομμάτων να αποδίδουν εξωφρενικές κατηγορίες ένθεν κακείθεν, χωρίς καμία στοιχειοθέτηση.

Και παλιά υπήρχαν σκάνδαλα και μάλιστα πολύ μεγαλύτερα από τα σημερινά.

Θυμάμαι το πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο Κοσκωτά που κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή για πολλά χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1990.

Το «σκάνδαλο του καλαμποκιού» του 1986 αντίστοιχο με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σήμερα.

Τότε οι 9.000 τόνοι Γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού που μετέφερε το πλοίο «Αλφονσίνα» βαφτίστηκαν εν μία νυκτί Ελληνικοί, ζημιώνοντας την τότε ΕΟΚ που είχε σαν αποτέλεσμα την καταδίκη του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Νικολάου Αθανασόπουλου που ήταν ο «νονός» σε 3.5 χρόνια φυλακή.

Τις μίζες από τους εξοπλισμούς του Τσοχαντζόπουλου και του Παπαντωνίου, τα λεφτά κάτω από το τραπέζι που έπαιρνε ως υπουργός Αιγαίου της ΝΔ ο Παυλίδης από τον εφοπλιστή Φώτη Μανούση για να δρομολογήσει τα πλοία του στις άγονες γραμμές και τα έκανε σπίτια για την κόρη του.

Και παλιά είχαμε σκάνδαλα με υποκλοπές.

Ακόμα και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ γίνονταν υποκλοπές μέσω του Pegasus το 2018 εν αγνοία του τότε πρωθυπουργού, με σοβαρότερο βέβαια αυτό του 1993 επί κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη με πρωταγωνιστή τον περιβόητο Μαυρίκη, όταν ως υπάλληλος του ΟΤΕ με εντολή του στρατηγού Νίκου Γρυλλάκη στενού συνεργάτη του τότε πρωθυπουργού, είχε παγιδεύσει το σταθερό τηλέφωνο του γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου.

Παρ’ όλα αυτά τα σκάνδαλα, δεν θυμάμαι να είχε επικρατήσει τόση τοξικότητα και ανθρωποφαγία όσο υπάρχει σήμερα.

Σήμερα, η χώρα που γέννησε την δημοκρατία την γελοιοποιεί κάθε μέρα στην βουλή.

Την κάνει κουρελού κάθε βράδυ στα τηλεοπτικά παράθυρα και στα δελτία των οκτώ.

Την κακοποιεί στους δρόμους στις πλατείες και στα πανεπιστήμια.

Φοβάμαι ότι σήμερα έχει χαθεί το μέτρο και το πιο ανησυχητικό δεν είναι η εικόνα του Κοινοβουλίου.

Είναι ότι αυτή η πόλωση και η τοξικότητα έχει κατέβει και στην κοινωνία.

Ο φανατισμός δεν κατοικεί πια μόνο στις επιτροπές και στα έδρανα της βουλής, έχει κατέβει στις πλατείες, στις παρέες, στα καφενεία, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακόμα και μέσα στα σπίτια μας.

Και εντάξει τα κόμματα τρέφονται από αυτήν την τοξικότητα.

Τη χρειάζονται. Ο φανατισμός είναι βολικός, αλλάζει την πραγματικότητα και υποδεικνύει ενόχους.

Ξέρουμε ότι τα κόμματα δεν πολυνοιάζονται που ο βασιλιάς είναι γυμνός, εκείνο που τα ενδιαφέρει είναι να μην ξεμείνουν από υπηκόους.

Και στο τέλος – τέλος γνωρίζουμε τώρα πια ότι οι πολιτικοί δεν πρόκειται να αλλάξουν. Αυτά έμαθαν, με αυτά πορεύονται εδώ και δεκαετίες.

Είναι σαν τα καβούρια. Και «δεν μπορείς να διδάξεις ένα καβούρι να περπατάει ευθεία», όπως έλεγε ο Αριστοφάνης.

Εμείς όμως γιατί παίζουμε το παιχνίδι τους.

Πώς εξοικειωθήκαμε με αυτή την παρακμή. Γιατί συνηθίσαμε το μίσος που έχει ριζώσει βαθιά μέσα μας. Πως γίναμε τόσο προσωπολάτρες χάνοντας την ουσία.

Τελικά σε μια κοινωνία που λειτουργεί στα κόκκινα η μόνο πράξη αντίστασης είναι η καθαρή σκέψη.

Την καθαρή σκέψη φοβούνται όταν σε σπρώχνουν στον γκρεμό και σου ζητούν άκρη να διαλέξεις.

Και αν κάτι αξίζει να υπερασπιστείς είναι η ψυχραιμία, σε ένα σύστημα που ζητά ακρότητες για να λειτουργήσει.

Λίγη οργή παραπάνω, λίγο φόβο ακόμη, λίγο μίσος για να δικαιολογηθεί η τάξη του.

Και όταν θα σε έχει φοβίσει αρκετά θα έρθει να σε σώσει.

Μην του κάνεις το χατίρι.

Και να θυμάσαι πάντα ότι στην πολιτική μπορεί να αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλά δυστυχώς δεν αλλάζουν οι μηχανισμοί.